Monday, August 23, 2010

Η σιωπή είναι πάντα στη διάθεσή σου


Έχω την εντύπωση ότι δεν είναι πολλοί οι αναγνώστες αυτών των σελίδων που είναι ταυτόχρονα και φαν των ταινιών του Γκοτζίλα. Εσείς χάνετε, όμως όπως και να ‘χει, το βιβλίο για τον Έτζι Τσουμπουράγια μου έφαγε το μεγαλύτερο κομμάτι του χρόνου μου τα τελευταία πέντε χρόνια και δεν είναι σωστό να το αφήσω έξω από το συγγραφικό μου έργο. Είναι πραγματικά γαμάτο βιβλίο.

Τέσπα, τώρα τελευταία κάνω κάτι σκέψεις περί σιωπής και ξεκίνησα να μιλάω σχετικά στην τελευταία μου ομιλία στο Κέντρο της Χιλ Στριτ. Όμως εκείνη την ημέρα δεν είχα διάθεση να το πάω πολύ μακριά και «πνευματικά», οπότε δεν είμαι σίγουρος ότι μετέφερα πολύ καλά την ιδέα μου.

Απλά μιλώντας, η αίσθησή μου είναι ότι η σιωπή που βρίσκεται πίσω από την άσκηση του Ζαζέν, είναι πάντοτε στη διάθεσή μας. Στην πραγματικότητα, αυτή η βαθιά και παντοδύναμη σιωπή, βρίσκεται πίσω από όλες μας τις εμπειρίες –είτε πρόκειται για μια μέρα γεμάτη άσκηση Ζεν σε έναν ωραίο ναό, είτε πρόκειται για μια συναυλία των KISS στο Cobo Hall του Ντιτρόιτ γύρω στο 1977 (η εποχή που έκαναν την περιοδεία του Love Gun είναι η αγαπημένη μου περίοδος των KISS), είτε πρόκειται για μια νύχτα γεμάτη πάθος και φεγγαρόφωτο σε μια αμμουδιά αγκαλιά με το αντικείμενο του πόθου σου, είτε πρόκειται για ένα απόγευμα που το περνάς καθαρίζοντας σκατά στο μπάνιο επειδή ξεχείλισε η τουαλέτα σου. Όλες οι εμπειρίες μας στέκονται επάνω σε έναν ωκεανό βαθιάς, βαθιάς σιωπής, τόσο βαθιάς και τόσο σιωπηλής που κανείς μας δεν μπορεί να δει τον πάτο της. Η σιωπή αυτή κάνει όλες τις μικροσκοπικές φυσαλίδες που επιπλέουν στην επιφάνειά της να μοιάζουν τόσο ασήμαντες που είναι σαν να μην έχουν καν λόγο ύπαρξης. Και, παρόλο που οι φυσαλίδες αυτές (δηλαδή εμείς) είναι απλώς προσωρινά σχήματα που έχουν έρθει στην επιφάνεια από την ατέλειωτη αυτή σιωπή, είναι φτιαγμένες (δηλαδή, είμαστε φτιαγμένοι) μόνο και μόνο από τη σιωπή αυτή. Όντας σιωπή, είμαστε χωρίς τέλος, χωρίς όρια και χωρίς όνομα.

Πολλές φορές, οι άνθρωποι προσεγγίζουν την άσκηση του Ζαζέν σαν να πρέπει να καταβάλλουν προσπάθεια προκειμένου να κάνουν τη σιωπή να υπάρξει –έχω ακολουθήσει κι εγώ αυτό το άχαρο μονοπάτι χιλιάδες φορές. Όμως δε χρειάζεται να προσπαθήσεις να δημιουργήσεις τη σιωπή. Η σιωπή είναι πάντα εκεί, πάντα ρέει από μέσα σου, δημιουργώντας εσένα και τον κόσμο που σε περιβάλλει. Το μόνο που έχεις να κάνεις, είναι να της επιτρέψεις να είναι αυτό που είναι.

Η σιωπή δεν είναι ποτέ κάτι ξέχωρο από σένα. Σε στηρίζει μέσα από κάθε σου εμπειρία. Σε κουβαλάει, όπως μια μητέρα κουβαλάει το μωρό της και σε προστατεύει από κάθε τι κακό. Η σιωπή είναι το πιο δυνατό πράγμα που υπάρχει.

Όταν κάθεστε, μην ανησυχείτε αν οι εσωτερικές σας θέσεις εισβάλλουν στον νου σας ή αν οι εξωτερικοί περισπασμοί διακόπτουν τις μάταιες απόπειρές σας να τους υπερβείτε. Απλώς επιτρέψτε στη σιωπή που πραγματώνεται σαν περισπασμό να είναι αυτό που είναι –και αυτό συμπεριλαμβάνει και τον περισπασμό της ίδιας της αίσθηση του περισπασμού. Δεν είναι τίποτα άλλο παρά η σιωπή που παίρνει κάποια προσωρινά σχήματα. Ό,τι κι αν έρθει στην επιφάνεια, απλώς στρέψτε ξανά την προσοχή σας στη σιωπή που βρίσκεται πίσω απ’ όλα τα πράγματα.

Ώρες-ώρες παραγίνομαι πομπώδης μαλάκας και πρέπει να το κόψω. Τα λέμε μάγκες.

Μπραντ Ουόρνερ – Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2007

ΥΓ
Για τον Έτζι Τσουμπουράγια, ίνδαλμα (ούτως ειπείν) του Μπραντ Ουόρνερ, μπορείτε να διαβάσετε το σχετικό λήμμα της WikiPedia.

Sunday, August 22, 2010

Περί δασκάλων


[…]

Ο πρώτος μου δάσκαλος, ο Τιμ, θέλει να του γράψω ένα άρθρο για τον υποβόσκοντα κίνδυνο της προτυποποίησης στον αμερικανικό Βουδισμό και πρέπει να κάτσω να το κάνω. Από τη μια καταλαβαίνω την ανάγκη για στάνταρ ώστε να μην μπορεί καθένας να λέει έτσι, άνετα «Ναι, αμέ, είμαι Δάσκαλος του Ζεν» –τέτοια πράγματα έχουν γίνει στο παρελθόν και, πιθανότατα, θα ξαναγίνουν και στο μέλλον. Όμως έχω την εντύπωση ότι τα 60s και τα 70s, έχουν περάσει, άσχετα από το πόσο προσπαθούν κάποιοι να τα αναβιώσουν και ότι οι άνθρωποι δεν είναι τόσο αφελείς όσο ήταν κάποτε σχετικά με τις θρησκείες της Ανατολής. Από τη στιγμή που θα έχουμε εξοικειωθεί κάπως με τους δασκάλους του Ζεν ή τους άλλους ενασχολούμενους με τον Βουδισμό που ζουν γύρω μας, θα έχουμε και λιγότερες πιθανότητες να εντυπωσιαζόμαστε κάθε φορά που κάποιος χρησιμοποιεί τη λέξη «κάρμα» ή τη λέξη «ντάρμα» –εν ολίγοις, θα έχουμε λιγότερες πιθανότητες να κατεβάζουμε τα βρακιά μας σε όποιον φοράει ένα ράσο, γεγονός που μπορεί να στενοχωρεί κάπως εμένα αλλά που σίγουρα θα βοηθήσει τη συγκεκριμένη φιλοσοφία.

Τέλος πάντων, έχουμε ακόμα παπαριές όπως το Big Mind® (του οποίου η χρηματοδότηση προέρχεται από τον Δάσκαλο του Ζεν, Ράμα που ανέφερα παραπάνω –όλως πρωτοτύπως!) οι οποίες βγάζουν ακόμα λεφτά. Συνεπώς είναι αναγκαίο να υπάρχει γενικότερη γνώση, όμως δεν πιστεύω ότι αυτό που θα σώσει την κατάσταση είναι το να εξασφαλίσουμε ότι όλοι φοράμε τα ίδια ράσα και ψέλνουμε τις ίδιες σούτρες. Τέλος πάντων, θα το σκεφτώ λίγο παραπάνω και θα κάτσω να γράψω το άρθρο.

[...]

Μπραντ Ουόρνερ – Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2007

Thursday, August 19, 2010

Μη Ρωτάς, Μη Λες


Το παρακάτω, είναι το δεύτερο κείμενο από το βιβλίο του Ντόγκεν με τα κοάν, το Σίντζι Σομπογκένζο:

Ο Δάσκαλος Ομπάκου Κι-ουν στο βουνό Ομπάκου της περιοχής Κο, ρώτησε τον Δάσκαλο Χιακουτζό Εκάο, «Όταν θέλω να μοιραστώ με άλλους τις διδασκαλίες που μας έδωσες, πώς θα πρέπει να τις κηρύξω;»

Ο Δάσκαλος Χιακουτζό παρέμεινε καθισμένος στο μαξιλάρι του χωρίς να πει τίποτα.

Ο Ομπάκου Κι-ουν είπε «Πώς μπορώ να διδάξω τα παιδιά και τα εγγόνια των μαθητών στο μέλλον;»

Ο Δάσκαλος Χιακουτζό είπε «Αυτό που είπες, δείχνει ότι είσαι αληθινός άνθρωπος».

Η παραπάνω ερώτηση, είναι μια από αυτές που μου κάνουν τόσο συχνά που σκέφτομαι να τη βάλω στο F.A.Q. μου, το οποίο παρεμπιπτόντως έχω να ανανεώσω από την Εποχή του Χαλκού. Όλος ο κόσμος με ρωτάει «πώς μπορώ να διδάξω Βουδισμό στους άλλους;»

Και η συνοπτική απάντηση είναι, «μην το κάνεις».

Φυσικά δεν εννοώ «μην το κάνεις ποτέ». Όμως στις περισσότερες περιπτώσεις, δε χρειάζεται να διδάξεις κανέναν τίποτα. Άστο, μην το κουράζεις, όπως λέει η μαμά του Μπράιαν στο Ένας Προφήτης Μα Τι Προφήτης. Αν οι φίλοι σας και η οικογένειά σας θέλουν να μάθουν περί Βουδισμού, θα σας ρωτήσουν –σε αντίθετη περίπτωση, η βουδιστική πολιτική είναι «αν δε σε ρωτήσουν, μη λες».

Το ξανασκεφτόμουν πρόσφατα αυτό, όταν ένας συγκεκριμένος βουδιστής Δάσκαλος, κατέβαλλε φιλότιμες προσπάθειες να μου μεταδώσει τις διδασκαλίες του. Μα τον Χριστό, δεν μπορώ να φανταστώ κάτι πιο ενοχλητικό απ’ αυτό. Τελικά κατάφερα να σετάρω το φίλτρο μου για το spam ώστε να μπορώ να στέλνω τα mail του κατευθείαν στο καλαθάκι των αχρήστων οπότε τουλάχιστον γλύτωσα από το πακέτο να πρέπει να διαβάζω τις παπαριές του.

Φαντάζομαι ότι οι άνθρωποι που διαβάζουν αυτά που γράφω, συμμερίζονται την αποστροφή μου για τους δασκάλους που προσπαθούν να σε πείσουν για αυτά που λένε –ελπίζω πραγματικά να μην υπάρχει κάποιος που να προσπαθεί να πείσει κάποιους για αυτά που λέω εγώ! Παρόλα αυτά, ίσως σε κάποιες φάσεις, αισθάνεστε ότι κάποιος φίλος σας θα μπορούσε να επωφεληθεί από την άσκηση και θα θέλατε να του δώσετε την ευκαιρία να δοκιμάσει. Αυτό είναι μεν καλό, όμως δυστυχώς, δεν μπορείτε να κάνετε κάτι πολύ περισσότερο.

Το να προσπαθείς να διδάξεις Βουδισμό σε κάποιον που ξέρεις, είναι σαν να προσπαθείς να ψήσεις κάποιον/αν που ξέρεις να κάνει σεξ μαζί σου. Δεν μπορείς να παραζορίσεις τα πράγματα γιατί θα τους ξενερώσεις και θα απομακρυνθούν. Ή, ακόμα χειρότερα, θα αισθανθούν σαν να τους βιάζεις με τη θρησκεία σου –όπως και να το δεις, το πράγμα δεν είναι καλό.

Ακόμα κι εγώ, τώρα πια δεν μιλάω για το Ζεν στους ανθρώπους που γνωρίζω, εκτός αν με ρωτήσουν. Και ακόμα και τότε, στην αρχή του πετάω μερικές εξυπνάδες για να δω πόσο σοβαρά θέλουν να μάθουν. Αν κάποιος δεν είναι πραγματικά και ειλικρινά σοβαρός σχετικά με το πόσο θέλει να μάθει γι αυτά τα πράγματα, δεν υπάρχει κανένα νόημα να προσπαθήσεις να του τα πεις –δεν πρόκειται να σ’ ακούσουν με την απαραίτητη προσοχή και πρόθεση, οπότε το μόνο που καταφέρνεις είναι να χαλάσεις το σάλιο σου και να φανείς χαζός.

Τέσπα, αυτό ήταν το μικρό μου κήρυγμα για σήμερα. Γεια χαρά.

Μπραντ Ουόρνερ - Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2007

ΥΓ
Ο τίτλος του ποστ, προέρχεται από την πολιτική του αμερικανικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας σε σχέση με την ομοφυλοφιλία στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας: η γραμμή, η οποία συνοψίζεται στη φράση «don’t ask, don’t tell» είναι ότι οι ομοφυλόφιλοι μπορούν να υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και κανείς δε θα τους ρωτήσει αν είναι ομοφυλόφιλοι (don’t ask), όμως αν δηλώσουν ανοιχτά ότι είναι ομοφυλόφιλοι, η υπηρεσία έχει το δικαίωμα να τους αποστρατεύσει (don’t tell). Συνεπώς, η επίσημη γραμμή είναι: κάντε ό,τι θέλετε αρκεί να μην το λέτε! Επίσης, το Ένας Προφήτης Μα Τι Προφήτης, είναι η ελληνική (ατυχής) εκδοχή του Life of Brian, μιας από τις ταινίες των Μόντι Πάιθον (όποιος δεν ξέρει τους Μόντι Πάιθον, πέραν του ότι είναι άξιος της μοίρας του, μπορεί να πάει εδώ ή εδώ ή εδώ).

Εκ της Διευθύνσεως (VI) – Επιστροφή, σέσιν, καμάε, ελληνικό Hardcore Zen και σούτρες



Το ξέρω ότι γίνομαι μονότονος, όμως για μια ακόμα φορά άφησα το μπλογκ ανενεργό για πολύ καιρό. Συγνώμη! Και το ξέρω ότι γίνομαι ακόμα πιο μονότονος, όμως για μια ακόμα φορά, η δικαιολογία είναι ότι βρισκόμουν στην Ιαπωνία. Και φέτος (όπως και πέρσι), η αφορμή για το ταξίδι ήταν το σέσιν της Ντόγκεν Σάνγκα υπό την εποπτεία του Μπραντ Ουόρνερ –πράγμα που σημαίνει ότι αν το μπλογκ αυτό ήταν η δουλειά μου, θα μπορούσα να χαρακτηρίσω το ταξίδι σαν «business travel»– όμως η αλήθεια είναι ότι θα πήγαινα στην Ιαπωνία έτσι κι αλλιώς.

Τέλος πάντων, το σέσιν πήγε καλά (μπορείτε να διαβάσετε τι γράφει σχετικά ο ίδιος o Μπραντ εδώ και στην αρχή του κειμένου αυτού μπορείτε να δείτε και τη σχετική φωτογραφία). Αυτή τη φορά ο κόσμος ήταν πολύ λίγος, γεγονός που έκανε το σέσιν από μερικές πλευρές πιο εύκολο και από μερικές άλλες πιο δύσκολο, όμως ο καιρός ήταν καλός (πολύ σημαντικό, αν λάβει κανείς υπόψη τι εστί Ιούλιος στην Ιαπωνία), υπήρχε πολλή και καλή διάθεση από όλους (ακόμα και από αυτούς που έρχονταν σε σέσιν για πρώτη φορά), το φαγητό ήταν όπως πάντα πρώτης τάξεως και οι ομιλίες ενδιαφέρουσες.


Το ίδιο το Ζαζέν ήταν, Ζαζέν –τι άλλο; Όσο περνάει ο καιρός, καταλαβαίνω όλο και πιο καλά αυτό που λέει συχνά ο Μπραντ Ουόρνερ αλλά και όλοι οι δάσκαλοι του Βουδισμού: το Ζαζέν είναι απλώς Ζαζέν. Μπορεί να το κάνεις στο σπίτι σου ή σε έναν ναό στην Ιαπωνία (ή στην κορυφή του Κιλιμάντζαρο ή σε μια παραλία στις Κυκλάδες ή, ή, ή) όμως αυτό που κάνεις, αυτό είναι. Παραδόξως, η αίσθηση που έχεις όταν κάνεις στο σπίτι σου είναι κάπως διαφορετική από την αίσθηση που έχεις όταν κάνεις σε έναν ναό στην Ιαπωνία (και, υποπτεύομαι, το ίδιο θα ισχύει για την κορυφή του Κιλιμάντζαρο ή για την παραλία στις Κυκλάδες κ.λπ.) –και λέω, «παραδόξως» επειδή όπου και αν βρίσκεσαι, βασικά τον τοίχο κοιτάς– όμως ο πυρήνας παραμένει ο ίδιος.


Και μάλλον δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς: η άσκηση είναι η ίδια, αυτό που κουβαλάς μέσα στο κεφάλι σου είναι το ίδιο, αυτά που συμβαίνουν καθώς περνάει η ώρα είναι τα ίδια, η κούραση είναι η ίδια, η ανία είναι η ίδια. Τελικά το πιο ουσιώδες στοιχείο που έχει αυτή η άσκηση, είναι ότι όταν την κάνεις, όπου και όποτε την κάνεις, λειτουργεί σαν ένας ομοιοστατικός μηχανισμός που ρυθμίζει τόσο το πώς λειτουργεί το σώμα όσο, και πιο σημαντικά, το πώς λειτουργεί ο νους. Μ’ άλλα λόγια, μετά από κάποιο χρόνο άσκησης, αυτά τα λίγα λεπτά κάθε μέρα λειτουργούν σαν μια καλίμπρα που φέρνει το σώμα και τον νου στα ίσα τους. Είναι εντυπωσιακό, αν σκεφτεί κανείς πόσο αποτελεσματικό μπορεί να είναι κάτι τόσο απλό.


Στις ιαπωνικές πολεμικές τέχνες (ίσως όχι μόνο σ’ αυτές, απλώς εγώ μόνο γι αυτές μπορώ να μιλήσω), υπάρχει η έννοια της «καμάε» (構え) δηλαδή της στάσης μαχητικής ετοιμότητας –ακόμα και όσοι ξέρουν τις πολεμικές τέχνες μόνο από τις ταινίες, θα έχουν προσέξει κάποιες χαρακτηριστικές «πόζες» που παίρνουν οι πρωταγωνιστές όταν ετοιμάζονται να παίξουν ξύλο. Πέραν της... κινηματογραφικής τους αξίας, οι στάσεις αυτές έχουν μια πολύ σημαντική λειτουργία στη διάρκεια μιας αναμέτρησης: προσφέρουν στον μαχητή σημεία ανασύνταξης και ηρεμίας, από τα οποία μπορεί να αναπαυθεί, να επανεκτιμήσει τη στρατηγική του και να ξεκινήσει την επόμενή του προσπάθεια. Όταν ένας μαχητής μιας συγκεκριμένης σχολής/παράδοσης περνάει σε μια καμάε, δεν το κάνει για να ποζάρει –το κάνει γιατί μπορεί κατ’ αυτόν τον τρόπο να κάνει reset τον νου και το σώμα του και να αρχίσει εκ νέου.

Κάπως έτσι νομίζω ότι λειτουργεί και το Ζαζέν: στην πορεία της ημέρας, συμβαίνουν διάφορα πράγματα που μας κάνουν άνω-κάτω, που χαλάνε την ισορροπία του νου και του σώματός μας. Με το να καθίσουμε για μερικά λεπτά στην καμάε του Ζαζέν, θέτουμε σε λειτουργία τον μηχανισμό ομοιόστασης που ανέφερα παραπάνω, κάνουμε reset όλο μας το σύστημα και μπορούμε να συνεχίσουμε πιο ισορροπημένα αυτό που είχαμε να κάνουμε. Βεβαίως μια εναλλακτική ερμηνεία είναι ότι μετά από μισή ώρα απίστευτης πλήξης, οτιδήποτε έχεις να κάνεις σου φαίνεται απίστευτα πιο ενδιαφέρον και ελκυστικό –όμως ακόμα και έτσι να είναι, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο!

Τέλος πάντων, δεν ήρθατε εδώ για να διαβάσετε τη δική μου ερμηνεία των πραγμάτων, αλλά του Μπραντ Ουόρνερ. Ως εκ τούτου, σας αφήνω για μια ακόμα φορά στα ικανά του χέρια και θα επιστρέψω όταν έχω κάτι νεότερο για το βιβλίο ή για την ομάδα του Ζαζέν. Α, μια και το είπα, το βιβλίο αυτή τη στιγμή είναι έτοιμο να πάει στον τυπογράφο –διορθωμένο, σελιδοποιημένο, με εξώφυλλο και οπισθόφυλλο κ.λπ. Γύρω στο τέλος του μήνα, θα βάλω στις σελίδες αυτές και την εικόνα του εξωφύλλου (για να ξέρετε πώς να το ψάξετε στα βιβλιοπωλεία ) και ελπίζω μαζί να έχω και περισσότερα νέα σχετικά με το πού και πώς να το αναζητήσετε. Το βέβαιο είναι ότι θα είναι διαθέσιμο *και* στο Ίντερνετ –ως εκ τούτου, ακονίστε τις πιστωτικές σας κάρτες!


Κάτι ακόμα: όπως είχα γράψει και παλιότερα, έχω στο πρόγραμμα να μεταφράσω στα Ελληνικά μερικές σούτρες που είτε θεωρώ πολύ σημαντικές, είτε απλώς μου αρέσουν ως κείμενα. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, επίσης ως το τέλος του μήνα θα αρχίσω να βάζω κάποιες απ’ αυτές στις σελίδες του μπλογκ. Αν θέλετε να δείτε το βουδιστικό ισοδύναμο (και πάλι, που λέει ο λόγος) της Βίβλου, έχετε τον νου σας για τα κείμενα αυτά.

Έφυγα!

Wednesday, April 21, 2010

Want A Job, Want A Job, Want A Good Job...


Κανείς δεν το θυμάται αυτό το κομμάτι από την ταινία Sid And Nancy, έτσι δεν είναι; Ένας οδηγός λεωφορείου (νομίζω), λέει στον Σιντ Βίσιους ότι έχει γράψει ένα τραγούδι πανκ και τον ρωτάει αν θέλει να το ακούσει. Ο Σιντ του λέει «ναι» και ο τύπος του λέει το τραγούδι το οποίο πάει «I want a job, want a job, want a good job, I want a job that pays. I want a job, want a job, want a real job, one that satisfies my artistic needs.»

Τέλος πάντων, ποστάρω αυτό εδώ για να καλύψω αυτά που έλεγα τις προάλλες για τη δουλειά μου –κατάλαβα ότι μπορεί να μην ήταν αρκετά σαφή.

Η δουλειά που είχα στην Tsuburaya Productions επί 12-13 χρόνια πάει και τελείωσε. Θα πάρω τον τελευταίο μου μισθό στις 31 Δεκεμβρίου και έχω βάλει αρκετά στην άκρη ώστε να μην πεθάνω της πείνας. Κάπως θα βοηθήσουν επίσης και τα ψιλά που βγάζω ως συγγραφέας, όμως θα πρέπει να φύγω από το Λ.Α. –στην πόλη αυτή, τα λεφτά που έχω δε θα με βγάλουν για περισσότερο από μερικούς μήνες, ενώ στα περισσότερα άλλα μέρη που θα μπορούσα να πάω, θα με βγάλουν για πολύ παραπάνω.

Ψάχνω λοιπόν περισσότερο για ένα μέρος να πάω, παρά για έναν βαρβάτο μισθό. Ο προορισμός που θα προτιμούσα είναι το Μόντρεαλ και μπορεί και να πάω –εκεί ή κάπου αλλού στον Καναδά. Μου πέρασε από το μυαλό ακόμα και το να αρχίσω να περιφέρομαι στον πλανήτη όπως ο Κέιν από το Kung Fu, όμως δεν νομίζω ότι τελικά είναι η καλύτερη ιδέα. Κάποιοι μου πρότειναν ορισμένα ενδιαφέροντα πράγματα τα οποία και σκέφτομαι, όμως αν έχετε άλλες ιδέες, ευχαρίστως να τις ακούσω (ακόμα και αν δεν πρόκειται για τον Καναδά). Οποιοδήποτε μέρος έχει τις δυνατότητες να γίνει το καλύτερο μέρος και αυτό που νομίζω ότι είναι σωστό, μπορεί να αποδειχθεί ότι τελικά δεν είναι.

Ο δάσκαλος μου του Ζεν, ο Νισιτζίμα Σενσέι, συμβουλεύει πάντοτε τους μαθητές του να μην παρατήσουν την καθημερινή τους δουλειά. Και υπάρχουν μερικοί πολύ καλοί λόγοι γι αυτό, με πρώτον και κύριο, το ότι οι άνθρωποι που παρατάνε τις δουλειές τους για να ασχοληθούν αποκλειστικά με τη διδασκαλία του Ζεν, συχνά πάνε κατά διαόλου –βασικά, παίρνουν πολύ κατάκαρδα το μελόδραμα του Ζεν. Προσωπικά μου αρέσει πολύ ότι δεν έχω ποτέ τον χρόνο που απαιτείται για να μπλεχτώ μ’ αυτές τις μαλακίες και σκοπεύω να συνεχίσω να είμαι έτσι. Ως εκ τούτου, ψάχνω για δουλειά και το ψάξιμο για δουλειά θα είναι προς το παρόν η δουλειά μου, μια δουλειά που δε θα μου αφήσει περιθώριο για πολλά-πολλά. Η στάση του να είσαι πολύ απασχολημένος για να ασχοληθείς με το μελόδραμα του Ζεν είναι ένα παράδειγμα ζωής το οποίο πήρα από τους δύο καλύτερους εν ζωή δασκάλους του Ζεν: τον Γκούντο Νισιτζίμα και τον Τιμ Μακάρθι.

Δε θέλω να κριτικάρω αυτό που κάνουν οι άλλοι. Ψέματα, θέλω –το απολαμβάνω. Όμως πάντα μου δημιουργεί πρόβλημα. Και, κάτι με τον θάνατο της γιαγιάς, κάτι με τη μετακόμιση, κάτι με το που ψάχνω για δουλειά, κάτι με το απίστευτο τζετ-λαγκ από τις δύο βδομάδες που πέρασα στην Ανατολική Ώρα καπάκι αφότου είχε περάσει η Θερινή Ώρα, κάτι με το που προσπαθώ να τελειώσω το τρίτο μου βιβλίο, κάτι με κάτι άλλα διάφορα, το μελόδραμα του Ζεν είναι το τελευταίο πράγμα που χρειάζομαι αυτή τη στιγμή. Ή οποιαδήποτε άλλη στιγμή. Οπότε, ποστάρετε ό,τι θέλετε, ανώνυμοι παπάρες. Εγώ δε θα μπλεχτώ. Αυτή τη στιγμή είμαι στενοχωρημένος και δεν πρόκειται να με βοηθήσει σε τίποτα το να μπλεχτώ.

Ξέρετε, υπάρχει κάτι ψιλό που μπορεί να σας βοηθήσει να καταλάβετε πώς αντιλαμβάνομαι όλη αυτή την ιστορία με το Ζεν, οπότε να σας το σερβίρω μπας και το πιάσετε –μπορεί μάλιστα να το έχω πει και στο παρελθόν: δεν ήθελα ποτέ να γίνω δάσκαλος του Ζεν. Υπάρχει πολύς κόσμος που έκανε όλη τη μαθητεία και την άσκηση, προσβλέποντας στο να έρθει η μέρα που θα βάλει τα ράσα και θα γίνει δάσκαλος του Ζεν. Εγώ, πάλι, όχι. Άρχισα την άσκηση επειδή είχε αποτέλεσμα επάνω μου και δέχτηκα το χρίσμα επειδή ο Νισιτζίμα Σενσέι ήθελε κάποιον να τον αντικαθιστά στις διαλέξεις. Και ακόμα και τότε, μου πήρε περίπου έναν χρόνο μέχρι να ενδώσω στο αίτημά του. Συνέχισα να διδάσκω επειδή, όπως έγινε και με τις άλλες διαστάσεις της άσκησης, ανακάλυψα ότι μου δουλεύει. Όμως ακόμα το σιχαίνομαι του κερατά. Το σιχαίνομαι, το σιχαίνομαι, το σιχαίνομαι. Δεν το μπορώ με τίποτα. Αλλά με τίποτα.

Αυτός είναι ο λόγος που όταν έρχεστε στο Κέντρο της Χιλ Στριτ, συχνά με πετυχαίνετε σε σκατά διάθεση, ιδιαίτερα νωρίς το πρωί. Το ξέρω ότι είναι πολύ ωραίο να το διδάσκεις αυτό το πράγμα σε ανθρώπους που ενδιαφέρονται, το ξέρω ότι είναι πολύτιμο και το ξέρω ότι το κάνω καλά (συγνώμη αν αυτό ακούγεται υπεροπτικό –δικό σας πρόβλημα). Όμως το σιχαίνομαι. Θέλω απλώς να καθίσω ήσυχα μόνος μου και ξαφνικά βρίσκομαι να έχω απέναντί μου ένα κάρο κόσμο που παλεύει για την προσοχή μου, πιστεύοντας ότι υπάρχει κάτι που μπορώ να του προσφέρω. Δεν έχω τίποτα. Γιατί δεν μπορεί ο κόσμος να το καταλάβει αυτό; Δεν μπορώ να επιστρατεύσω αυτά που πρέπει να επιστρατεύσω προκειμένου να γίνω ο χαρωπός, ζεστός και φιλόξενος τύπος που μάλλον θα έπρεπε να είμαι όταν αρχίζει να έρχεται ο κόσμος. Και αυτό επειδή (και ας με συγχωρέσει ο Κύριος), εκείνη τη στιγμή το μόνο που συνήθως θέλω, είναι να πάνε όλοι στα γαμίδια και να μ’ αφήσουν στην ησυχία μου.

Ξέρω ότι υπάρχουν δάσκαλοι που όλα αυτά τα γουστάρουν σε τρέλα. Τους αρέσει αφάνταστα να έχουν γύρω τους ένα κάρο κόσμο που πιστεύει ότι είναι καταπληκτικοί τύποι και ψάχνουν την παραμικρή ευκαιρία για να προσφέρουν τις διδασκαλίες τους στις φουκαριάρικες τις χαμένες ψυχές που έχουν έρθει εκεί ζητώντας τη σοφή τους καθοδήγηση. Ουαί, λέγω! Ουαί! Ουαί! Ουαί! Έχω ξεφύγει από αρκετούς τέτοιους τύπους και δεν τους αντέχω με καμιά πουτάνα. Αν σας αρέσουν αυτές οι μαλακίες, πηγαίνετε να βρείτε κάναν τέτοιον τύπο. Στ’ αλήθεια δε με νοιάζει.

Όπως και να ‘χει πάντως, κατά το τέλος της ημέρας έχω μαλακώσει και είμαι πολύ χαρούμενος που μπορώ να μοιραστώ αυτή την ησυχία με ανθρώπους που την εκτιμούν. Και καταλήγω να αισθάνομαι πολύ συγκινημένος που είστε εκεί, παρότι δεν το παραδέχομαι ανοιχτά. Συνεπώς, μη σας ξενερώνει που όταν έρχεστε, συμπεριφέρομαι σα μαλάκας –απλώς, μη με σκοτίζετε πολύ γιατί θα σας πετάξω κάνα μαξιλάρι. Υπάρχουν πολλοί τύποι που αυτοπαρουσιάζονται σαν καλοί, ζεστοί και γεμάτοι ενδιαφέρον αλλά που στην πραγματικότητα είναι κάτι παθητικά-επιθετικά αρχίδια, ψωνισμένα με την εξουσία και έτοιμα να σου κόψουν το λαρύγγι *. Να τους προσέχετε αυτούς τους τύπους, ΟΚ; Και να προσέχετε κι εμένα. Αλήθεια. Σας παρακαλώ, προσέχετε πάντα.

Ουπς. Παραξέφυγα από το θέμα αυτή τη φορά.

Τέλος πάντων. Αν έχετε τίποτα καλές ιδέες για μελλοντικές δουλειές ή για μέρη που θα μπορούσα να πάω, στείλτε τις. Και σας ευχαριστώ! Στ’ αλήθεια εκτιμώ πολύ αυτό που κάνετε, παρά το γεγονός ότι η γκρινιάρικη συμπεριφορά μου δείχνει το αντίθετο.

Κάποια στιγμή πρέπει να γράψω κάνα κομμάτι για τη συναυλία των Puffy ** που είδα εχτές. Όμως θέλω πρώτα να αφήσω τον κόσμο να απαντήσει σ’ αυτά που έγραψα μόλις τώρα.

Μπραντ Ουόρνερ – Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007

* Αν αναφερόμουν σε κάποιον συγκεκριμένο, θα το έλεγα. Μην έχετε καμία αμφιβολία. Όμως υπάρχουν πολλά τέτοια αρχίδια για να μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο.

** Αρνούμαι να τις αποκαλέσω Puffy AmiYumi.

ΥΓ
Ο Τιμ Μακάρθι (Tim McCarthy), ο πρώτος δάσκαλος Ζεν του Μπραντ Ουόρνερ, διδάσκει στο Kent Zendo –το σάιτ τους, βρίσκεται εδώ.

Γιαγιά


Η γιαγιά μου, η Μάριαν Ουόρνερ, πέθανε στις 4:55 σήμερα το πρωί της Πέμπτης, 15 Νοεμβρίου του 2007. Κοντά της ήταν ο πατέρας μου, η θεία μου (κόρη της γιαγιάς), η ξαδέλφη μου η Τρίσα και ο γιος της ο Ρόμπι, καθώς και μια κυρία από το ίδρυμα ανακουφιστικής φροντίδας η οποία έτυχε να λέγεται Στέισι (όπως και η αδελφή μου) και της ο οποίας ο άντρας λέγεται Μπραντ (όχι εγώ, άλλος Μπραντ).

Η θεία μου με ξύπνησε καμιά ώρα πριν πεθάνει η γιαγιά, επειδή η κυρία Στέισι ξύπνησε αυτήν και τον πατέρα μου και τους είπε ότι η αναπνοή και οι άλλες λειτουργίες της γιαγιάς είχαν αλλάξει και η ώρα πλησίαζε. Η θεία μου, με ρώτησε αν υπήρχε κάτι θρησκευτικό που ήθελα να κάνω, οπότε έψαξα τον σάκο μου και βρήκα ένα μικρό βιβλιαράκι με σούτρες που συνήθως κουβαλάω μαζί μου. Άναψα ένα στικάκι και έψαλλα τη Σούτρα της Καρδιάς. Η αναπνοή της γιαγιάς ήταν βαριά και τα μάτια της έμειναν για την περισσότερη ώρα κλειστά, αν και πού και πού τα άνοιγε και επιβεβαίωνε την παρουσία μας. Καθώς η αναπνοή της άρχισε να γίνεται πιο σταθερή, συνέχισα να ψέλνω και δε σταμάτησα μέχρι που πήρε την τελευταία της αναπνοή. Η θεία μου της κρατούσε το χέρι, ενώ ο πατέρας μου και η Τρις στέκονταν στα πόδια του κρεβατιού.

Και έτσι έφυγε.

Αυτό έγινε πριν από εφτά ώρες. Είναι λάθος να γράφεις τέτοια πράγματα σε έναν δημόσιο χώρο όπως αυτός, τόσο σύντομα αφού έγιναν –ο βασικός πρακτικός λόγος που το κάνω, είναι για να ενημερώσω αυτούς που δήλωσαν συμμετοχή στο ημερήσιο ησυχαστήριο του Κέντρου της Χιλ Στριτ για μεθαύριο Σάββατο 16 Νοεμβρίου, ότι δε θα είμαι εκεί. Το ησυχαστήριο θα γίνει, όμως θα το κάνει ο Κέβιν Μπόρτολιν, ένας άλλος κληρονόμος του Ντάρμα του Νισιτζίμα Σενσέι. Ίσως μάλιστα να πει και κάτι στο τέλος.

Αυτή τη χρονιά, έχω σκεφτεί και ξανασκεφτεί την άποψή μου σχετικά με το τι γίνεται όταν πεθαίνεις. Δε με ενοχλεί το να μοιράζομαι το μυστικό με τον κόσμο, απλώς δεν έχω και πολύ μεγάλη βεβαιότητα ότι οι περισσότεροι που θα ακούσουν ή θα διαβάσουν αυτό που θα πω, θα αντιληφθούν τι ακριβώς εννοώ. Μ’ αυτό δε θέλω να πω ότι εγώ είμαι και καλά ο Φωτισμένος και εσείς οι υπόλοιποι είσαστε οι μαλάκες. Θέλω όμως να πω ότι χρειάζεται αρκετή αφοσιωμένη άσκηση προκειμένου τα πράγματα αυτά να αρχίσουν να βγάζουν νόημα και οι περισσότεροι δεν την έχετε κάνει. Δεν κρίνω κανέναν –απλώς αναφέρω ένα γεγονός.

Τέλος πάντων, όλοι μας φανταζόμαστε ότι αυτό το πράγμα που αποκαλούμε «εγώ», είναι η προσωπική περιουσία που έχουμε ως άτομα. Αυτό από μόνο του είναι μια παράλογη ιδέα η οποία μας δίνει και ένα μέτρο του πόσο αλλοπρόσαλλη είναι η άποψή μας. Εγώ με κατέχω. Άρα, δεν είμαστε ένα άτομο, αλλά δύο: υπάρχει το εγώ που μπορώ να περιγράψω και να ονομάσω και υπάρχει και ένα πιο νεφελώδες και άφατο εγώ που κατέχει το εγώ που μπορώ να περιγράψω και να ονομάσω.

Η πραγματική κατάσταση είναι ότι αυτό το πράγμα που αποκαλούμε «εγώ», δεν είναι περιουσία μας. Είναι μια έκφραση του Σύμπαντος. Και σαν τέτοια, δεν υπάρχει κάπου να πάει όταν αφήνουμε την τελευταία μας ανάσα. Αυτό το «εγώ», δεν είναι μια ψυχή που πετάει στον Παράδεισο ή κατακρημνίζεται στην Κόλαση. Δεν είναι ένα Άτμαν που μετενσαρκώνεται σε ένα διαφορετικό σώμα. Δεν είναι ένας Αληθινός Εαυτός που ενώνεται με την Ολότητα της Ύπαρξης. Δεν μπορεί να περιοριστεί σε τόσο χαζά και μικρά πράγματα. Ακόμα και αυτό που είπα, ότι δηλαδή είναι μια έκφραση του Σύμπαντος, του βάζει πολλά αυθαίρετα όρια.

Η γιαγιά μου πέθανε και πάει και σύντομα θα τη θάψουν. Δεν πρόκειται να επιστρέψει ποτέ. Και όμως το Σύμπαν, μια έκφραση του οποίου υπήρξε, δεν μπορεί ποτέ να πεθάνει, δεν μπορεί ποτέ να πάει πουθενά και δεν μπορεί ποτέ να σβήσει.

Τέλος πάντων.

Η κηδεία θα γίνει το Σάββατο το απόγευμα. Αν θέλετε να κάνετε κάτι για να απαλύνετε τον πόνο μου, πηγαίνετε να δείτε τις Puffy Amiyumi αύριο (Παρασκευή 16 Νοεμβρίου), στο Key Club και τραβήξτε μερικές καλές φωτογραφίες γιατί απ’ ό,τι φαίνεται, εγώ δε θα μπορέσω να πάω. Ίσως να τα καταφέρω να τις δω την Κυριακή στο Άναχαϊμ.

Όταν θα πεθαίνω, μπορείτε να ανάψετε κάνα στικάκι και να ψάλλετε τη Σούτρα της Καρδιάς, να βάλετε να παίζει το White Album των Beatles, να μου κρατήσετε το χέρι (όχι όμως αν είστε άντρες γιατί αυτό θα είναι αδελφίστικο –οι άντρες μπορείτε να με χτυπήσετε αντρικά στον ώμο *) ή να μείνετε ήσυχοι. Φαντάζομαι ότι θα θέλω την ησυχία μου περισσότερο από ό,τι οτιδήποτε άλλο. Παρόλα αυτά, το White Album μ’ αρέσει πολύ. Αν νομίζετε ότι μου μένουν μερικές ώρες ακόμα, παίξτε αυτό και μετά μείνετε ήσυχοι. Νομίζω ότι αυτή είναι η καλύτερη λύση.

Η γιαγιά μου έζησε καλά και πέθανε ήσυχη στο σπίτι της. Μακάρι να μπορέσουμε να κάνουμε όλοι το ίδιο.

Μπραντ Ουόρνερ – Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2007

* Πλάκα κάνω ρε! Μην παίρνετε τα πάντα τόσο σοβαρά.

ΥΓ
Το επίσημο σάιτ του ιαπωνικού ροκ ντουέτου Puffy (ή Puffy Amiyumi εκτός Ιαπωνίας), βρίσκεται στη διεύθυνση http://www.puffyamiyumi.com/

Δε θέλω να ροκάρω όλη νύχτα ή να παρτάρω όλη μέρα


Λοιποοοόν. Την Τετάρτη μίλησα στη Δημόσια βιβλιοθήκη του Άκρον. Και το ίδιο βράδυ, έπαιξα με τους 0DFx. Την Πέμπτη, ηχογραφήσαμε μάλιστα και κάτι κομμάτια με τους 0DFx για ένα καινούριο CD που –ελπίζω– ότι θα κυκλοφορήσει σύντομα. Εχτές το βράδυ (Παρασκευή), έδειξα το ντοκιμαντέρ μου, το Cleveland's Screaming στο Κλήβελαντ και απόψε (Σάββατο), έχουμε άλλη μια συναυλία με τους 0DFx. Τη δευτέρα θα πάω στο Μάνσφιλντ για μια ακόμα ομιλία περί Ζεν [...]. Μάλιστα. Εδώ, μπορείτε να βρείτε μια φωτογραφία του Τζίμι Ίμιτζ (Jimi Imij), του βασικού... τραγουδιστή των φοβερών και τρομερών Defex από τη συναυλία της Τετάρτης. Στο στήθος του, γράφει "R.I.P GUNS." (αναπαυθείτε εν ειρήνη, GUNS). Οι Guns, ήταν ένα χάρντκορ ντουέτο που έπαιζε πολύ συχνά μαζί μας, όμως δυστυχώς και οι δύο έχουν πλέον αποδημήσει στο Μεγάλο Κενό. Στο λάιβ μας, παίξαμε ένα από τα κομμάτια τους.


Εχτές το βράδυ, πήγα για ύπνο στις 4 το πρωί, δηλαδή μισή ώρα από την ώρα που θα ξυπνούσα αν ήμουν σε ησυχαστήριο Ζεν. Αυτό το πράγμα, μπορώ ακόμα να το κάνω από καιρού εις καιρόν, χωρίς πολύ σοβαρές συνέπειες, όμως δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να το κάνω σε μόνιμη βάση. Προτιμώ να έχω ένα πρόγραμμα που να πλησιάζει στο φυσιολογικό. Δε μου αρέσει να ξυπνάω στις 10 ή στις 11 –κάποτε το έκανα συνέχεια, όμως πια αν το κάνω αισθάνομαι ότι έχω χάσει όλη μου τη μέρα. Φαντάζομαι ότι αυτό συμβαίνει επειδή πλέον έχω την εμπειρία του τι σημαίνει πρωί –και εννοώ, πραγματικό πρωί, την αυγή. Αν το βιώσεις αυτό το πράμα, δεν μπορείς να επιστρέψεις στο πώς ήσουν πριν. Δεν νομίζω ότι είμαστε νυκτόβια πλάσματα.

Τέλος πάντων, βρίσκομαι στην πόλη που γεννήθηκα και αυτό σημαίνει ότι ζω ξανά το γνωστό μελόδραμα με τους φίλους και την οικογένειά μου. Ωχ Παναγία μου. Το σιχαίνομαι αυτό το διαπροσωπικό μελόδραμα και τις σχετικές παπαριές, όμως υπάρχει ένα πολύ σημαντικό μήνυμα που θέλω να μεταφέρω σε όλους εσάς τους ιντερνετικούς φαν του Ζεν: δεν μπορείς να το αποφύγεις αυτό το διαπροσωπικό μελόδραμα. Πολλοί πιστεύουν ότι αν καταφύγουν σε έναν ναό ή μοναστήρι Ζεν θα το γλυτώσουν, όμως κάνουν λάθος. Και εκεί υπάρχει –πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει. Γι αυτό ο Νισιτζίμα προτιμάει να βγάζει σε κοινή θέα ό,τι τέτοιες παπαριές συμβαίνουν στην Ντόγκεν Σάνγκα. Είναι πολύ πιο έντιμο από το να τις κρύβει, όπως κάνουν οι περισσότερες βουδιστικές ομάδες (όσοι ανήκετε σ’ αυτές, ξέρετε για ποιες μιλάω).

Μερικές φορές, όταν διαβάζω τα κείμενα του Ντόγκεν, παρατηρώ ότι ακόμα κι αυτός αντιμετώπιζε τις μαλακίες αυτές στους ναούς του· αυτό φαίνεται από τις ομιλίες του στους μοναχούς του. Πολλά από τα δυσνόητα κομμάτια του Σομπογκένζο και των άλλων έργων του, ανάγονται σ’ αυτά τα πράγματα. Και αντίστοιχα κομμάτια μπορεί να βρει κανείς και στις ομιλίες του Βούδα προς τους μαθητές του. Μην ξεγελαστείτε από την αρχαία γλώσσα: οι μοναχοί εκείνης της εποχής ήταν αληθινοί άνθρωποι, όπως εσείς και οι μαλάκες οι φίλοι σας.

Θα έπρεπε τα πράγματα να είναι διαφορετικά. Και στις καλύτερες περιπτώσεις, είναι. Όμως αυτό δε συμβαίνει και τόσο συχνά. Η διαφορά είναι ότι κάποιος που ασκείται, θα πρέπει να αντιλαμβάνεται πως το μελόδραμα είναι απλώς μελόδραμα και ότι δε χρειάζεται να είναι τόσο δραματικό. Το κακό που έχει το βουδιστικό μελόδραμα, είναι ότι οι άνθρωποι συμπεριφέρονται παθητικά-επιθετικά «Γκάσο, αδελφέ (μου σπας τα’ αρχίδια), ο Ντάρμα, τα δεξιοτεχνικά μέσα, έλεος, μπλα-μπλα-μπλα (πηδάω τη γκόμενά σου και το ξέρω ότι το ξέρεις και γι αυτό θα το ξανακάνω απόψε), να ‘σαι καλά αδελφέ μου, Γκάσο».

Γκάσο και ΑΡΧΙΔΙΑ. Ξέρετε κάτι; Λέω να απαγορεύσουμε εντελώς τα e-mail που τελειώνουν με τη λέξη «γκάσο» ή με τη φράση «με βαθιά υπόκλιση» ή με κάποια από τις άλλες ηλίθιες παθητικές-επιθετικές υποκριτικές, ψευτό-βουδιστικές παπαριές. Να τα απαγορεύσουμε για πάντα! Και να ησυχάσουμε.

Συγνώμη. Τι έλεγα; Α, ναι. Το ανθρώπινο μελόδραμα. Πώς αντιμετωπίζεται; Μακάρι να ‘ξερα. Συνήθως προσπαθώ να το αγνοώ. Ή, άλλοτε, όταν κάποιος με σαρκάζει, να τον αντιμετωπίζω σαν να μη με σαρκάζει. Α, ευχαριστώ πολύ για το κομπλιμέντο σου για την καρό βερμούδα μου! Τέτοια πράγματα.

Πρέπει να πα’ να κάνω διάφορα. Να περνάτε καλά.

Γκάσο και αρχίδια.

Μπραντ Ουόρνερ – Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2007

ΥΓ
Το Γκάσο (Gassho) που αναφέρεται στο κείμενο είναι μια ιαπωνική λέξη (κυριολεκτικά σημαίνει «ενωμένες παλάμες») η οποία χρησιμοποιείται στις βουδιστικές κοινότητες ως χαιρετισμός, συνοδευόμενη από την ανάλογη χειρονομία: οι παλάμες ενώνονται μπροστά στο πρόσωπο σαν να προσεύχεσαι.