Friday, March 10, 2017

Εκ της Διευθύνσεως (ΧΧVII): Ο φίλος μου

 
Τίποτα δε μας κάνει να θέλουμε να βγάλουμε από τον λήθαργό τους, τους σχεδόν ατροφικούς από την απραξία θρησκευτικούς/πνευματικούς μας μύες όσο ο θάνατος ενός κοντινού μας προσώπου. Ειδικά αν το πρόσωπο αυτό δεν ήταν ένας 98χρονος προπάππους που ζούσε σε κάποιο χωριό στην ορεινή Αρκαδία, που τα τελευταία πέντε χρόνια μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία εκπλήσσοντας τους γιατρούς που τη σκαπουλάρισε άλλη μια φορά και που ούτως ή άλλως περνούσε την ημέρα του βάζοντας απέναντί του μελιτζάνες και καρότα και λέγοντάς τους ιστορίες για μάχες με τους ναζί στον δεύτερο βαλκανικό πόλεμο της Κορέας, τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο ζόρικα και απαιτούν απαντήσεις. Τις οποίες, για κάποιον λόγο δεν προσπαθούμε να βρούμε στην πραγματικότητα αλλά τις αναζητάμε στα (υποτιθέμενα) λεγόμενα ανθρώπων που έζησαν (αν έζησαν) πριν από δυόμιση χιλιάδες χρόνια –φαντάζομαι το σκεπτικό μας είναι ότι για να επέζησαν ως τώρα, θα κρύβουν ίσως το μυστικό της αθανασίας που, όπως μας έδειξε το δικό μας θλιβερό γεγονός, ίσως τελικά και να μην είναι τόσο σίγουρη.

Βεβαίως κάνουμε λάθος: η αθανασία είναι σίγουρη! Απλώς, όπως συμβαίνει και με αρκετά άλλα πράγματα (που παραδόξως είναι όλα αυτά που εντάσσουμε στην κατηγορία “μεγάλα ζητήματα της ανθρωπότητας”), ο τρόπος που την προσδιορίζουμε είναι λάθος. Και παρότι το λάθος είναι απολύτως φυσιολογικό καθώς οφείλεται στην εγωκεντρική μυωπία με την οποία αντιμετωπίζουμε τον κόσμο, θα περίμενε κανείς να το έχουμε ξεπεράσει –αν μη τι άλλο, κάποιοι άνθρωποι μας το επισημαίνουν εδώ και δυόμιση χιλιάδες χρόνια (ναι, πρόκειται για τους ίδιους τους οποίους θυμόμαστε κάθε φορά που το μπαλόνι σκάει πολύ κοντά μας). Παρεμπιπτόντως, και μόνο το ίδιο το γεγονός ότι οι απαντήσεις αυτές έχουν αντέξει στον χρόνο (ενώ ελάχιστα πράγματα από την εποχή εκείνων των ανθρώπων έχει καταφέρει το ίδιο) θα έπρεπε να είναι αρκετό για να αρχίσουμε να υποψιαζόμαστε ότι αυτό που ζητάμε είναι μπροστά στα μάτια μας και ότι αν δεν το βλέπουμε πιθανότατα φταίει ο τρόπος μας.

Τι εννοώ ότι ο τρόπος μας είναι λάθος; Ότι αυτό που συνήθως εννοούμε όταν λέμε “αθανασία” βρίσκεται σε ένα διαφορετικό επίπεδο ύπαρξης από αυτό που σταματάει να συμβαίνει όταν οι σωματικές λειτουργίες ενός ανθρώπου παύουν και όταν ο γιατρός σημειώσει στο χαρτί του “ώρα θανάτου 09: 34”. Αυτό που συμβαίνει τότε είναι ένα φυσικό γεγονός: ο τερματισμός της ζωής ενός ανθρώπου. Όμως αυτό που εννοεί καθένας από εμάς λέγοντας “ζωή του ανθρώπου αυτού” είναι κάτι διαφορετικό, πράγμα που σημαίνει ότι εξίσου διαφορετικά πράγματα είναι και το τέλος της ζωής αυτής και η συνέχισή της. Ο μόνος άνθρωπος για τον οποίο η έννοια “ζωή” και η πραγματική ζωή, αυτή που μετριέται με τα ιατρικά όργανα, ταυτίζονται και άρα όντως τελειώνουν μαζί τη στιγμή της τελευταίας του εκπνοής είναι ο εκλιπών όμως αυτός τίθεται εξ ορισμού εκτός συζήτησης αφού πλέον δε βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο ύπαρξης μ’ εμάς.

Τα παραπάνω ακούγονται αφηρημένα οπότε να τα φέρουμε λίγο στα μέτρα μας (χα!) Το κείμενο αυτό γράφεται με αφορμή τον θάνατο ενός πολύ αγαπημένου μου προσώπου –από εκείνα που αυτοί που αρέσκονται σε τέτοιους προσδιορισμούς (ή όλοι μας, κάποια εποχή στο δημοτικό) θα αποκαλούσαν “καλύτερου φίλου”. (Ναι, βρίσκω τον προσδιορισμό ανόητο: πιστεύω ότι κάποιος ή είναι φίλος ή δεν είναι και από τη στιγμή που είναι, η ιεράρχηση σε ανθυποφίλους, υποφίλους, φίλους, επιφύλους, αντιφύλους και αρχιφύλους είναι απολύτως άνευ ουσίας.) Ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν σχεδόν ακριβώς συνομήλικός μου και είχαμε μια ιδιαίτερα στενή σχέση από το 1983 ως σήμερα με πολύ λίγα και πολύ βραχύχρονα διαλείμματα –επιπλέον, δραστηριοποιούμενοι από κάποιο σημείο και μετά και στον ίδιο επαγγελματικό χώρο, αποφύγαμε αυτό που παθαίνουν πολλοί άνθρωποι με τους φίλους από τα εφηβικά τους χρόνια, δηλαδή την απόσταση που προκαλεί η εμπλοκή με διαφορετικά αντικείμενα. Με άλλα λόγια, συνεχίσαμε σχεδόν επί τρεισήμισι δεκαετίες να έχουμε κοινά ενδιαφέροντα και μάλιστα που ανανεώνονταν αν όχι καθημερινά, τουλάχιστον ανά μερικούς μήνες.

Γνωρίζοντας τη σχέση μας, τις δύο-τρεις ημέρες μετά τον θάνατό του, αρκετοί κοινοί φίλοι με ρώτησαν πώς είμαι. Και σε όλους απάντησα “Προφανώς άσχημα όμως καλύτερα από ό,τι θα πίστευα”. Ένας από αυτούς μου επεσήμανε ότι ενδεχομένως είμαι στο πρώτο στάδιο από τα πέντε της κατά Κίμπλερ-Ρος αντιμετώπισης της θλίψης (άρνηση, θυμός, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη και αποδοχή) όμως όπως του απάντησα, αν και δε διαφωνώ με το μοντέλο (και πώς θα μπορούσα άλλωστε; Δεν είμαι ψυχίατρος!) ήμουν σίγουρος ότι δεν ήταν αυτό: δεν αρνούμαι το γεγονός ότι ο φίλος μου πέθανε, δε θυμώνω (αν και ομολογουμένως υπάρχει ένα ανάμεικτο συναίσθημα ενοχλημένης στενοχώριας γιατί πιστεύω ότι θα μπορούσε να έχει προσέξει περισσότερο τον εαυτό του –αυτό όμως είναι κάτι που το είχα συζητήσει και μαζί του και το παραδεχόταν και ο ίδιος), δεν υπάρχει περιθώριο διαπραγμάτευσης γιατί δεν πιστεύω σε κάποιον θεό που μπορεί να αλλάξει τα πράγματα οπότε δεν έχω με ποιον να διαπραγματευθώ, δεν έχω κατάθλιψη (ή τουλάχιστον έτσι νομίζω: αν η στενοχώρια που αισθάνομαι είναι κατάθλιψη τότε μάλλον την περνάω στο πόδι!) και όπως είπα και στο πρώτο στάδιο έχω αποδεχτεί ότι ο φίλος μου πέθανε.

Μια απάντηση στο γιατί έχω την εντύπωση ότι το πράγμα μου περνάει ελαφρά ίσως βρίσκεται στην απόσταση: τα τελευταία χρόνια βρίσκομαι έτσι κι αλλιώς πολύ μακριά από τον τόπο στον οποίο πέρασα τα περισσότερά μου χρόνια (και, άρα, και τα περισσότερα χρόνια μαζί με τον φίλο μου). Εκ των πραγμάτων λοιπόν, η σχέση μας είχε περάσει στο ηλεκτρονικό επίπεδο ενώ το ζωντανό της μέρος είχε περιοριστεί σε 1-2 συναντήσεις τον χρόνο και δη συνωστισμένες σε ένα διάστημα μερικών εβδομάδων· δεδομένου ότι το Ίντερνετ ήταν ο κοινός τόπος δουλειάς μας και δεδομένου ότι ασχοληθήκαμε μαζί του αρκετά νωρίς, η ηλεκτρονική μας επαφή δεν μας έδινε την αίσθηση ότι είναι λιγότερο πραγματική (πρόκειται για μια περίεργη συναισθησία που είμαι σίγουρος ότι θα φανεί γνωστή σε όλους όσους χρησιμοποιούν πολύ το Δίκτυο) όμως ήταν. Και το λέω με απόλυτη σιγουριά: έχοντας περάσει με τον συγκεκριμένο άνθρωπο (και με άλλους σε άλλες φάσεις της ζωής μου) μεγάλα διαστήματα καθημερινής πολύωρης συνύπαρξης, η ένταση εκεί είναι πολύ, πολύ διαφορετική.

Είναι όμως κάτι παραπάνω από την απόσταση –πιο σωστά, η απόσταση είναι η δεύτερη πιο ευδιάκριτη διάσταση του ζητήματος επειδή στη δική μας περίπτωση ήταν και αντικειμενικά μεγάλη (περίπου 10.000 χλμ). Και είναι ειρωνικό ότι η πρώτη πιο ευδιάκριτη διάσταση είναι κρυμμένη σε κοινή θέα στην ίδια τη διατύπωση που χρησιμοποίησα ήδη τρεις φορές: ο φίλος μου. Ο λόγος που δεν έχω συντριβεί (πέρα από δυο τρεις συναισθηματικές κρίσεις –όμως θα επανέλθω και σ’ αυτές) είναι επειδή στη δική μου πραγματικότητα, ο φίλος μου δεν έχει πεθάνει. Και ο λόγος που δεν έχει πεθάνει είναι επειδή δεν είναι δυνατόν να πεθάνει όσο ζω εγώ. Όταν εγώ πεθάνω, θα πεθάνει κι εκείνος μαζί μου όμως όσο ζω θα συνεχίσει να ζει επειδή, και εδώ είναι το σημείο που συνήθως μας διαφεύγει και στο οποίο αναφέρθηκα στην αρχή, ο φίλος μου γεννήθηκε τη στιγμή που γνωριστήκαμε, εκείνον τον Σεπτέμβρη του 1983 στο “Π” της Φωκίωνος Νέγρη και όχι 16 χρόνια πριν τη συνάντηση αυτή· αντίστοιχα, αυτός που πέθανε πριν από μερικές μέρες, ήταν κάποιος άλλος και ο μόνος ο οποίος μπορεί να μιλήσει γι αυτόν δεν είναι πλέον εδώ.

Φοβάμαι ότι τα παραπάνω μπορεί να ακουστούν επικίνδυνα γλυκερά, σαν εκείνα τα τσιτάτα που την ίδια εποχή στην οποία αναφέρθηκα μόλις, κυκλοφορούσαν σε χαλκογραφίες στα “εναλλακτικά” δωράδικα των Εξαρχείων και που σήμερα τα βλέπει κανείς με γραμματοσειρές με ουρές πάνω σε JPG ουρανών, τοπίων, ανοιχτών θαλασσών κ.λπ. –“αν αγαπάς κάποιον ασ’ τον ελεύθερο: αν επιστρέψει είναι δικός σου για πάντα –αν όχι δεν ήταν ποτέ” και τέτοια. Οπότε θα ήθελα να εξηγηθώ: δεν εννοώ ότι όσο εγώ ζω, ο φίλος μου θα ζει –μεταφορικά- στις αναμνήσεις μου. Εννοώ ότι κυριολεκτικά τη στιγμή που συναντηθήκαμε, εμφανίστηκε στον νου και των δυο μας η εικόνα μας για τον άλλον και ότι η εικόνα αυτή συνέχισε να τροφοδοτείται τα επόμενα 34 και κάτι χρόνια. Συνεπώς, προ ημερών δεν πέθανε ο φίλος μου: πέθανε ένας άνθρωπος μέρος του οποίου ήταν ο φίλος μου και μαζί του πέθαναν και οι δικοί του φίλοι (μεταξύ των οποίων και το μέρος μου πάνω στο οποίο είχε στηριχτεί η δική του εικόνα για τον φίλο του).

Να το λιανίσω λίγο παραπάνω: ο συγκεκριμένος άνθρωπος είχε επαν-εφεύρει τον εαυτό του τουλάχιστον τρεις φορές στα χρόνια που τον ήξερα. Και λέγοντας “επαν-εφεύρει” δεν εννοώ ότι είχε αλλάξει χτένισμα, ντύσιμο, αυτοκίνητο ή δουλειά. Εννοώ αλλαγές τόσο μεγάλες που κανείς από το εκάστοτε περιβάλλον του δε θα πίστευε ακόμα και αν τις άκουγε –είναι δε προς μεγάλη του τιμή ότι κάθε φορά που έκανε μια αλλαγή την υπερασπιζόταν με τόση επιμονή και προσοχή στη λεπτομέρεια που ήταν απολύτως τέλεια. Εν ολίγοις δεν επρόκειτο για απάτη –σε βάρος τρίτων ή του εαυτού του- αλλά για έντιμη, ειλικρινή και ολοκληρωμένη αλλαγή. Αναρωτιέμαι λοιπόν, αν μιλήσει κανείς με τους εκατοντάδες ανθρώπους που (όπως έμαθα καθώς δεν κατάφερα να πάω) βρίσκονταν στην κηδεία του, και ρωτήσει καθέναν “ποιος πέθανε;” και πάρει τις απαντήσεις και τις αντιπαραβάλλει, θα υπάρξει κάτι κοινό; Και δεν αναφέρομαι εδώ σε μερικές βασικές ποιότητες χαρακτήρα τις οποίες έτσι κι αλλιώς μπορεί να βρει κανείς σε πολλούς ανθρώπους. Αναφέρομαι σ’ αυτά που έκαναν τον συγκεκριμένο άνθρωπο να είναι αυτό που εγώ και πολλοί από αυτούς τους εκατοντάδες ανθρώπους να λένε “ο φίλος μου”.

Προφανώς τα στοιχεία αυτά είναι διαφορετικά για τον καθένα –και αυτό δε συμβαίνει μόνο σε ανθρώπους που έκαναν μεγάλες αλλαγές στη ζωή τους. Ακόμα και ο πιο ήσυχος και ανώνυμος άνθρωπος με την πιο πεζή και άνευ απροόπτων ζωή είναι δύο πράγματα: αυτό που είναι και μια σειρά από αντανακλάσεις στα μάτια των ανθρώπων που τον γνωρίζουν. Και ναι, βεβαίως μερικές φορές η εικόνα που έχουμε για έναν άνθρωπο είναι πολύ κοντά στην πραγματικότητα. Όμως δεν είναι η ίδια η πραγματικότητα με τον ίδιο τρόπο που όσα πράγματα και αν διαβάσει, δει, ακούσει και συζητήσει κανείς για το σεξ δεν υποκαθιστούν την ίδια την πράξη και το σύνολο των βιωμάτων που την αποτελούν. Όταν λοιπόν λέω “ο φίλος μου δεν πέθανε”, το εννοώ κυριολεκτικά: αυτό που εννοούσα και εννοώ κάθε φορά που αναφέρομαι στον συγκεκριμένο άνθρωπο είναι αυτό που είχα κατασκευάσει εγώ χρησιμοποιώντας σαν πρώτη ύλη στοιχεία που έπαιρνα από αυτόν· ακόμα και τα ίδια τα στοιχεία αυτά δεν ήταν κομμάτια του αλλά η δική μου απεικόνιση των κομματιών του. Από τη στιγμή που εγώ ζω και από τη στιγμή που ο εγκέφαλός μου λειτουργεί, είναι απολύτως αδύνατον αυτό να εξαφανιστεί όσο αδύνατον είναι να εξαφανιστεί οτιδήποτε άλλο έχω κατασκευάσει.

Όπως έγραψα παραπάνω, όλα αυτά δε σημαίνουν ότι δε στενοχωριέμαι για τον θάνατο του ανθρώπου αυτού. Όμως ξέρω ότι στενοχωριέμαι για πράγματα που αφορούν εμένα, όχι εκείνον –και εδώ μπαίνει και το θέμα του 98χρονου παππού με τον οποίο ξεκίνησα το κείμενο αυτό. Γιατί άραγε θεωρούμε ότι η ζωή ενός 98χρονου που είδε παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα και όλες τις αλλαγές που πέρασε ο κόσμος τους τελευταίους δύο αιώνες αξίζει λιγότερο από αυτή ενός 50άρη ή ενός 25άρη; Προφανώς όχι για τους ίδιους τους τελευταίους καθώς αυτοί δεν είναι εδώ για να δουν τι έχασαν πεθαίνοντας. Εμείς είμαστε εδώ, εμείς κάνουμε τις αξιολογήσεις και εμείς λυπόμαστε για αυτό που έγινε. Όταν κλαίω για τον θάνατο του φίλου μου, κλαίω γιατί από το δικό μου περιβάλλον απουσιάζει πια ο άνθρωπος από τον οποίο τροφοδοτούσα την εικόνα την οποία είχα χτίσει και αποκαλούσα “ο φίλος μου”. Και βεβαίως ο άνθρωπος που ήταν αποδέκτης μιας σειράς από συναισθήματα τα τελευταία 34 και κάτι χρόνια, όμως αυτά τα συναισθήματα τα είχα μοιραστεί μαζί του συνεπώς τι είναι αυτό που απουσιάζει πια; Η δυνατότητα να μοιραστώ κι άλλα; Άρα και πάλι καταλήγουμε σ’ αυτό που θέλω εγώ και που πλέον δεν μπορώ να ικανοποιήσω.

Το πράγμα δε θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρο μετά από ένα περιστατικό που έγινε μερικές μέρες μετά τον θάνατό του –συγκεκριμένα την επόμενη μέρα της κηδείας του. Για κάποιον λόγο, μου ήρθε στον νου ένας στίχος από το “Πρώτη του 2000” του Σαββόπουλου και το έψαξα στο YouTube για να το ακούσω. Ακούγοντάς το, άρχισα να κλαίω και μάλιστα γοερά για τον φίλο μου, γεγονός που θα δικαιολογούταν περισσότερο αν (α) είχαμε κάποια κοινή εμπειρία με το συγκεκριμένο τραγούδι (που δεν είχαμε), (β) είχαμε κάποια κοινή εμπειρία με τον Σαββόπουλο γενικότερα (που δεν είχαμε) και (γ) το τραγούδι ήταν κάποιο από τα αγαπημένα μου του Σαββόπουλου (που δεν είναι). Συνεπώς, ένα ερέθισμα, πυροδότησε μια συναισθηματική έξαρση σε ένα εντελώς άσχετο πεδίο. Υπάρχει άραγε λόγος; Ή απλώς μερικές φορές πρέπει να συμφιλιωνόμαστε με το γεγονός ότι ορισμένα πράγματα συμβαίνουν μέσα στον εγκέφαλό μας έτσι γενικώς, επειδή ο εγκέφαλός μας λειτουργεί και όπως παράγει έτσι και υπέρ-παράγει; Έχοντας περάσει αρκετές εκατοντάδες ώρες της ζωής μου κοιτάζοντας τον τοίχο, είμαι σίγουρος ότι το τελευταίο συμβαίνει σίγουρα όμως στην περίπτωση αυτή έκατσα και το έψαξα λίγο παραπάνω –όπως είπα, οι θάνατοι μας κάνουν να γινόμαστε πιο απαιτητικοί με τα εσωτερικά μας.

Και τελικά βρήκα την απάντηση: στο τραγούδι ο Σαββόπουλος αναφέρεται στη γενιά του, μια γενιά που αρκετοί από τους συνομηλίκους μου θεωρήσαμε (και θεωρούμε, ίσως;) πολύ κοντινή μας. Αναφερόμενο στις καλές και τις κακές στιγμές που έζησε η γενιά αυτή και στην επαν-εκτίμησή τους από έναν 50άρη ενόψει της πρωτοχρονιάς της τρίτης χιλιετίας, το τραγούδι με έκανε να σκεφτώ την αντίστοιχη δική μου γενιά και να επαν-εκτιμήσω (σε μια ηλικία όχι πολύ μικρότερη από αυτή του Σαββόπουλου όταν το έγραψε) τις δικές μου καλές και κακές στιγμές καθώς και τα όποια όνειρα, προβλέψεις, ανησυχίες και προσδοκίες είχα και είχαμε από το ορόσημο του 2000. Και αυτά ήταν πράγματα που εν πολλοίς τα έκανα με τον φίλο μου· καθώς ο... ξενιστής του δε βρίσκεται πλέον εδώ, δεν μπορώ να μοιραστώ μαζί του όλα αυτά που πρόκειται να γίνουν και αυτό με λυπεί. Όμως όλο αυτό το παιχνίδι των αναμνήσεων, της σύγκρουσής τους με την πραγματικότητα, της αναμέτρησής τους με τις αναμνήσεις του Σαββόπουλου και του μέλλοντος ήταν αποκλειστικά μέσα στο δικό μου μυαλό χωρίς στην πραγματικότητα να έχει τροφοδοτηθεί από τον ίδιο τον φίλο μου.

Είναι όλα αυτά κάτι παραπάνω από μια δημόσια ψυχανάλυση; Ίσως όχι όμως στην πραγματικότητα το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς για ένα μεγάλο μέρος των κειμένων που σχετίζονται με τον βουδισμό ζεν. Είμαι σίγουρος ωστόσο ότι αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ του “φίλου μου” και του ανθρώπου πάνω στον οποίο βάσισα την κατασκευή που αποκαλώ έτσι δεν είναι κάτι που είχα σκεφτεί πριν εμπλακώ με τον βουδισμό και σίγουρα δεν είναι κάτι που είχα συνειδητοποιήσει πριν την άσκηση του Ζαζέν. Έχει καμιά σημασία; Για μένα ναι, καθώς αν μη τι άλλο, ο θάνατος ενός πολύ κοντινού μου προσώπου δε με διέλυσε όπως έχω δει να διαλύουν άλλους ανθρώπους αντίστοιχα συμβάντα. Όπως έγραψα και παραπάνω, δεν έχω ψευδαισθήσεις: ήδη έχουν υπάρξει στιγμές που η συνειδητοποίηση του θανάτου του ανθρώπου αυτού μου έρχεται σαν στιγμιαία ψυχρολουσία και είμαι βέβαιος ότι όταν θα πάω ξανά στην Ελλάδα και οι στιγμές αυτές θα πληθύνουν και η ένταση του συναισθήματος θα είναι μεγαλύτερη. Όμως ξέρω ότι αν η αντικειμενική στενοχώρια (χα!) της απώλειας δεν τοκιστεί και ανατοκιστεί με τα συναισθηματικά επιτόκια της δικής μου επινόησης θα είναι πολύ πιο εύκολα αντιμετωπίσιμη. Ήδη είναι... 

Friday, May 17, 2013

Τι είναι φώτιση;


Τις τελευταίες μια-δυο μέρες υπάρχει αρκετή συζήτηση στα σχόλια αυτού του μπλογκ σχετικά με το τι σημαίνει «αφύπνιση». Ένας αναγνώστης που υπογράφει Petrichoric λέει:

«Δεν πιστεύω ότι όλα τα μέλη μιας σάνγκα (Σ.τ.Μ. βουδιστικής κοινότητας/ομάδας) ή όλοι οι δάσκαλοι του ζεν είναι καταπληκτικοί και καλοί άνθρωποι όμως, χμμμμμ, θα ‘πρεπε οι καριόληδες να είναι ή τουλάχιστον να προσπαθούν να είναι! Άρχισα να πηγαίνω στο κέντρο ζεν της περιοχής μου επειδή (1) ήθελα να σταματήσω να υποφέρω και (2) ήθελα να γίνω καλύτερος άνθρωπος. Πραγματικά δεν καταλαβαίνω πώς ένας πνευματικός ηγέτης μπορεί πραγματικά να χάσει τόσο πολύ το δρόμο του και να διαθέτει τόσο λίγη συναίσθηση του εαυτού του ώστε να εκμεταλλεύεται και να χειραγωγεί τους άλλους. Πώς μπορεί οποιαδήποτε αφύπνιση που έχει ένας τέτοιος άνθρωπος να είναι αυθεντική; Και ναι, παραμένει το ερώτημα αν υπάρχει σχέση μεταξύ ‘αφύπνισης’ και ‘ηθικής’. Και προσωπικά πιστεύω ότι υπάρχει».

Στο κείμενο που ακολουθεί θα επαναλάβω με περισσότερα λόγια κάτι που έγραψα σαν απάντηση στο σχόλιό του –ζητώ συγνώμη από όσους διάβασαν ήδη τη συντομευμένη εκδοχή.

Η σχέση μεταξύ αφύπνισης και ηθικής εξαρτάται κυρίως από το πώς προσδιορίζει κανείς την «αφύπνιση».

Πολλοί άνθρωποι στις μέρες μας προσδιορίζουν την «αφύπνιση» σαν ένα είδος εμπειρίας∙ το κάνουν πολλά από αυτά που βλέπω στα περιοδικά που κυκλοφορούν, στα βιβλία, τα σάιτ κ.λπ. Ο πνευματικός δάσκαλος στον οποίο κατά περίπτωση αναφέρονται είχε κάποιο είδος βαθιάς εμπειρίας που τράνταξε τη συνείδησή του και στη συνέχεια βγήκε στον κόσμο για να μιλήσει γι αυτή.

Υπάρχουν πολλά σχετικά παραδείγματα: Ο Γκένπο Ρόσι δικαιολογεί το να χρεώνει 50.000 δολάρια σε όποιον θέλει να κάνει παρέα μαζί του, βασισμένος σε μια βαθιά αφύπνιση που είχε σε κάποιο μοναχικό ησυχαστήριο στην έρημο Μοχάβε κάποια στιγμή τη δεκαετία του ’70. Ο Έκχαρτ Τόλε ισχυρίζεται ότι είχε μια μεγάλη αφύπνιση που του έδωσε την ικανότητα να γράψει ένα βιβλίο που πούλησε ένα σκασμό βιβλία και να χρεώνει δεκάδες χιλιάδες δολάρια για τις διαλέξεις του. Ο Σόκο Ασαχάρα έκανε ένα τρελό download από τα ουράνια που υποτίθεται ότι τον έκανε το νέο Βούδα της σύγχρονης εποχής –και λοιπά και λοιπά και λοιπά.

Όλα αυτά προέρχονται από το πώς διαβάζει κανείς την ιστορία της ζωής του Βούδα: η πιο συνηθισμένη αφήγηση μας λέει ότι ο Βούδας έκατσε κάτω από ένα δέντρο και έκανε διαλογισμό για 40 μέρες και στο τέλος της περιόδου αυτής είχε μια εμπειρία βαθιάς αφύπνισης που μέσα σε μια στιγμή τον μετέτρεψε από τον απλό, φυσιολογικό Σιντάρτα στο θρυλικό Γκαουτάμα Βούδα. Περίπου δηλαδή όπως οι ιαπωνικοί υπέρ-ήρωες Ultraman και Kamen Rider μεταμορφώνονται σε μια φλασιά από απλοί, φυσιολογικοί άνθρωποι σε γίγαντες που πολεμάνε με εξωγήινα τέρατα που μοιάζουν με έντομα.

Αυτού του είδους οι εμπειρίες, ωστόσο, δεν έχουν απαραίτητα κάποια άμεση σχέση με κανένα είδος ηθικής ωριμότητας ή ευαισθησίας –είναι απλώς εμπειρίες, όπως το να βρεθείς σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα ή να δεις ένα UFO ή να φτάσεις πολύ κοντά στο θάνατο. Δεν υπάρχει δηλαδή κάποιο ηθικό περιεχόμενο σ’ αυτές.

Ο κόσμος συχνά ξεχνάει ότι ο Σιντάρτα είχε ασχοληθεί με πολλών ειδών ασκήσεις και είχε δουλέψει πολύ με τον εαυτό του για δεκαετίες πριν την αφύπνισή του. Μπορεί η ίδια η αφύπνιση να έγινε μέσα σε μια στιγμή όμως το υπέδαφος για να γίνει προετοιμαζόταν επί μια ζωή ή, αναλόγως αν πιστεύει κανείς τις ιστορίες που λέγονται, επί δεκάδες ζωές.

Από την άλλη μεριά, το είδος «αφύπνισης» που εμφανίζεται με τη μορφή μιας ξαφνικής, έντονης εμπειρίας είναι απλώς η συνειδητή διαπίστωση του κοινού τόπου πίσω από όλες μας τις εμπειρίες –δεν είναι ότι συμβαίνει κάτι καινούριο αλλά ότι απλώς εμείς προσέχουμε για πρώτη φορά τι πραγματικά συνέβαινε πάντα.

Είναι πιθανό να έχει κανείς μια τέτοιου είδους εμπειρία χωρίς να έχει προετοιμαστεί κατάλληλα: μερικές φορές μπορεί η εμπειρία αυτή να προκληθεί από ένα σοβαρό τραύμα όπως ένα ατύχημα ή μια αρρώστια, όπως μπορεί να προκληθεί και από τα ναρκωτικά. Κάποιες λεγόμενες «πνευματικές» ασκήσεις είναι σχεδιασμένες για να προκαλέσουν ακριβώς τέτοιου είδους εμπειρίες ενώ μερικές φορές δε συμβαίνει τίποτα που να τις προκαλεί –απλώς κάπως συμβαίνουν.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η εμπειρία δεν παύει να είναι αυθεντική ούτε χάνει τη δυνατότητά της να έχει αξία. Όμως δεν έχει βάση, δεν έχει κάτι πάνω στο οποίο να πατήσει. Όπως έχω πει στο παρελθόν, το εγώ μπορεί να αρπαχτεί από οτιδήποτε –ακόμα και από τη συνειδητοποίηση της ίδιας του της απατηλής φύσης- και να το χρησιμοποιήσει σαν μέσο για να μεγεθύνει τον εαυτό του.

Αυτές οι λεγόμενες «αφυπνίσεις» πράγματι περιέχουν μια αίσθηση ότι όλοι είμαστε συνδεδεμένοι με έναν πολύ στενό τρόπο, ότι όλοι είμαστε πραγματώσεις της ίδιας υποκείμενης πραγματικότητας. Όμως το εγώ μπορεί να αρπαχτεί από αυτό και να το μετατρέψει σε κάτι τρομερά ανήθικο: μπορεί να αποφασίσει ότι αφού εγώ είμαι εσύ και εσύ είσαι εγώ και είμαστε όλοι μαζί, δεν υπάρχει πρόβλημα να σε πηδήξω ή να σου πω ψέματα ή να σε εξαπατήσω ή να σε κλέψω επειδή τελικά ό,τι κάνω το κάνω στον εαυτό μου –και πού είναι το πρόβλημα αν κάνεις κάτι στον εαυτό σου;

Το να τα επισημαίνει κανείς αυτά τα πράγματα είναι επικίνδυνο καθώς υπάρχει μια βιομηχανία πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων που βασίζεται στην εντύπωση ότι αυτού του είδους οι εμπειρίες μετατρέπουν τους απλούς ανθρώπους σε πνευματικούς υπέρ-ήρωες. Όμως δεν το κάνουν –τουλάχιστον όχι μόνες τους. Το να γίνει κανείς ηθικό άτομο έχει να κάνει με το να μεταμορφώσει τις συνήθειές του, τον τρόπο που σκέφτεται και συμπεριφέρεται. Και αυτό δεν είναι εύκολο, χρειάζεται χρόνο –δεν είναι κάτι που είναι δυνατόν να γίνει σε μια στιγμή, ασχέτως της εμπειρίας που έχει κανείς. Μια «εμπειρία αφύπνισης» μπορεί συχνά να βοηθήσει κάποιον να γίνει πιο ηθικός επειδή του προσφέρει έναν καλύτερο τρόπο να αντιληφθεί τον εαυτό του και τους άλλους. Όμως δεν είναι απαραίτητο να λειτουργήσει έτσι.

Γι αυτό είναι πολύ καλό να έχει κανείς ένα δάσκαλο που να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει αυτού του είδους τις εμπειρίες: είναι καλό να μπορείς να έχεις μια σχέση με κάποιον (ή, αν είσαι τυχερός, με κάποιους) που έχει περάσει ο ίδιος τέτοιες καταστάσεις. Αντίθετα, όταν κάποιοι που έχουν βιώσει αυτού του είδους τα πράγματα καταλήγουν να περιστοιχίζονται από θαυμαστές που απλώς θέλουν να χλαπακιάσουν τη δύναμη που προσφέρει μια τέτοια εμπειρία, τα αποτελέσματα μπορούν να είναι καταστροφικά.

Οπότε ναι, οι άνθρωποι που συναντάς σε ένα ναό ζεν πρέπει να είναι –τουλάχιστον- ευπρεπείς άνθρωποι. Και οι περισσότεροι είναι –περιπτώσεις όπως αυτές του Τζόσου Σασάκι, του Γκένπο Ρόσι, του Έιντο Σιμάνο (*) κ.λπ. είναι εξαιρέσεις, όχι ο κανόνας. Ούτε χρειάζεται να είσαι ιδιοφυΐα για να εντοπίσεις τέτοιους ανθρώπους –είναι πάντα προφανές ποιοι είναι και τι είναι. Το μόνο που χρειάζεται είναι να μην επιτρέψει κανείς στον εαυτό του να τυφλωθεί από φαντασιώσεις μάγους και θαυματοποιούς. 

Τα παραπάνω είναι και ο λόγος που η εξάσκηση στο στιλ Σότο του ζεν δίνει γενικά πολύ περισσότερη έμφαση στην ηθική γείωση και στην ισορροπία και πολύ λιγότερη στις «εμπειρίες αφύπνισης» –σε σημείο που να λέγεται συχνά ότι δεν έχει καμία σημασία αν έχει κανείς τέτοιες εμπειρίες. Ο Ντόγκεν το λέει αυτό συχνά στα γραπτά του και το ίδιο κάνουν και οι περισσότεροι δάσκαλοι που ακολουθούν τη γενεαλογία του. Αυτό βεβαίως δε σημαίνει ότι το Σότο είναι καλό και όλα τα άλλα είναι κακά, έτσι; Απλώς είναι κάτι που μου φαίνεται πραγματικά ελκυστικό στο στιλ άσκησης που έχω κάνει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο από αυτά που υπάρχουν, όσο και αν κάποια από τα άλλα ακούγονται πολύ πιο σέξι. 

Μπραντ Ουόρνερ – Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

(*) Σ.τ.Μ. Για τον Ντένις Μέρζελ/Γκένπο Ρόσι και την… αγάπη που του τρέφει ο Μπραντ Ουόρνερ μπορείτε να βρείτε αρκετές αναφορές σ' αυτό εδώ το μπλογκ αλλά και στο σχετικό λήμμα της Wikipedia. Οι Τζόσου Σασάκι και Έιντο Σιμάνο είναι ιάπωνες δάσκαλοι του ζεν οι οποίοι ζουν στις ΗΠΑ και οι οποίοι έγιναν αντικείμενα σκανδάλων –και στις δύο περιπτώσεις, το «αδίκημα» ήταν το σεξ με μαθήτριές τους.

Εκ της Διευθύνσεως (ΧΧVI): Πού ‘σαι ρε Βούδα;

 
Έχει πολύ ενδιαφέρον (και πλάκα) να παρατηρεί κανείς πώς οι πολιτισμικές καταβολές επηρεάζουν τους ανθρώπους, ακόμα και ανθρώπους που –θεωρητικώς- τις έχουν ξεπεράσει:  Κάποια στιγμή, μετά τη δημοσίευση των δύο τελευταίων κειμένων, έλαβα ένα μήνυμα το οποίο έλεγε (περίπου) ότι τόσο ο «δάσκαλός μου» ο Μπραντ Ουόρνερ, όσο και εγώ μιλάμε για το Βούδα χωρίς σεβασμό, γεγονός που αποδεικνύει ότι είμαστε πολύ μακριά από την ουσία του βουδισμού (και, συνακολούθως από τη φώτιση) και ότι αποτελούμε τη ζωντανή απόδειξη ότι βουδισμός μπορεί να υπάρξει μόνο στην Ασία γιατί όταν οι άνθρωποι αποκόπτονται από τις ρίζες τους χάνουν το δρόμο τους. Το αστείο είναι ότι όλα αυτά δε λέχθηκαν με τη μορφή μομφής αλλά περισσότερο με τη μορφή θλιβερής διαπίστωσης και με έκδηλο οίκτο για όλους εμάς που έχουμε «χάσει το δρόμο μας».

Ξεκινώντας από τα ήσσονος σημασίας, αλλά για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους που έλεγε και ο άλλος, κατ’ αρχάς η συγγραφέας του μηνύματος μάλλον έχει παρεξηγήσει τη σχέση μου με τον Μπραντ Ουόρνερ: δεν είναι «δάσκαλός» μου! Τον έχω δει δύο φορές σε ισάριθμα σέσιν στη Σιζουόκα, μια φορά ήπιαμε έναν καφέ και κάναμε μια βόλτα στο Τόκιο και επιπλέον έχουμε ανταλλάξει μερικά μέιλ σε σχέση με την ελληνική έκδοση του βιβλίου του, του «Hardcore Zen» –το «Πανκ Ζεν» που μπορείτε να βρείτε στα αριστερά της σελίδας αυτής, όσοι δεν το ξέρετε και δεν το έχετε αγοράσει ήδη. Επίσης, σε ένα από τα σέσιν έκανα το τζουκάι (受戒) μου μαζί του αλλά αυτό δε σημαίνει τίποτα καθώς αν δεν ήταν εκεί ο Μπραντ θα το έκανα με κάποιον άλλον, αφού έτσι κι αλλιώς, το είχε ήδη εγκρίνει ο δάσκαλος Νισιτζίμα. Παρεμπιπτόντως, αν μπορώ να αποκαλέσω κάποιον «δάσκαλό» μου, θα είχε πολύ περισσότερο νόημα να το κάνω για τον Πίτερ Ρόκα (θα τον βρείτε στη σελίδα «The Stupid Way») το συμμαθητή του Μπραντ που προΐσταται των μισών συναντήσεων της Ντόγκεν Σάνγκα στο Τόκιο. Αν μη τι άλλο, με τον Πίτερ βρισκόμαστε και μιλάμε τακτικά –και όχι μόνο περί βουδισμού.

Το ουσιαστικό θέμα ωστόσο είναι τα περί «σεβασμού» στο Βούδα: το πρόβλημα της αντεπιστέλλουσάς μου δεν ήταν ότι δε δείχνω σεβασμό στο Βούδα (μιλάω για τον εαυτό μου –όπως είπα και στην ίδια, αν θέλει να πει κάτι στον Μπραντ, μπορεί να το κάνει απευθείας) είναι ότι δε δείχνω σεβασμό προς το Βούδα με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται αυτή: Δεν ανάβω κεράκια ή στικάκια στο άγαλμά του, δεν έχω αντικαταστήσει στο λεξιλόγιό μου τη λέξη «Θεός» με τη λέξη «Βούδας», δεν επικαλούμαι τις σούτρες κάθε φορά που θέλω να πω κάτι, δε συμμετέχω σε τελετές και γενικώς δεν έχω επενδύσει την καθημερινότητά μου με την αχλή του μυημένου όπως κάνουν όλοι οι «σοβαροί» βουδιστές –δηλαδή όλοι οι επώνυμοι που δηλώνουν βουδιστές και όλοι οι επαγγελματίες δάσκαλοι βουδισμού που βλέπει κανείς στα περιοδικά, τα βιβλία και τα σάιτ.

Και έχει δίκιο! Πράγματι δεν κάνω τίποτα από τα παραπάνω (εκτός από ότι ανάβω ένα στικάκι όταν κάνω ζαζέν αλλά αυτό για λόγους χρονομέτρησης –τα στικάκια είναι φτιαγμένα έτσι που να κρατάνε ακριβώς μισή ώρα). Και δεν τα κάνω γιατί για τη δική μου αντίληψη πραγμάτων, τα παραπάνω δεν έχουν καμία σχέση με το αν είναι κανείς βουδιστής ή όχι. Έχουν κυρίως να κάνουν με το αν θέλει κανείς να δείξει ότι είναι βουδιστής –στον εαυτό του ή στους άλλους- ιδιαίτερα αν προέρχεται από ένα μη βουδιστικό περιβάλλον (όπως όλοι οι έλληνες άλλωστε –τα καλά του να ζεις σε χώρα με επίσημη θρησκεία). Ο πιο σοβαρός μελετητής του βουδισμού που έχω γνωρίσει –ο Γκούντο Νισιτζίμα, ένας άνθρωπος που αφιέρωσε την 90ετή ζωή του στη μελέτη του έργου του Ντόγκεν και του Ναγκαρτζούνα και στη διάδοσή τους σε όλον τον κόσμο- έκανε μια φυσιολογική δουλειά, είχε μια φυσιολογική οικογένεια, ζούσε σε ένα φυσιολογικό σπίτι, φορούσε φυσιολογικά ρούχα, μίλαγε σα φυσιολογικός άνθρωπος και το μόνο πράγμα που σε έκανε να υποψιαστείς ότι έχει μια ιδιαίτερη σχέση με το βουδισμό ήταν το πλήθος των σχετικών βιβλίων στη βιβλιοθήκη του και το ζαφού και το ζαμπουτόν που κράταγε δίπλα στο κρεβάτι του για να μπορεί να κάνει Ζαζέν όποτε ήθελε.

Βεβαίως έχω γνωρίσει ανθρώπους που προσπαθούν να κάνουν ό,τι μπορούν για να δείξουν στον κόσμο ότι είναι βουδιστές και ακόμα μερικούς που προσπαθούν να δείξουν στον κόσμο ότι είναι δάσκαλοι του βουδισμού –οι τελευταίοι σχεδόν πάντα προκειμένου να κερδίσουν κάτι από αυτό. Όμως οι άνθρωποι που έχω γνωρίσει και που είχαν πραγματικό ενδιαφέρον για το αντικείμενο, δεν το έκαναν θέμα∙ ακόμα κι εκείνοι που το κάνουν κάπως θέμα (όπως ο Μπραντ Ουόρνερ με τα βιβλία και τις διαλέξεις του ή ο Πίτερ Ρόκα με τις εβδομαδιαίες συναντήσεις στο Τόκιο) διατηρούν μια πιο φιλική σχέση και με το Βούδα και με τους Πατριάρχες και με τον Ντόγκεν και με το δάσκαλό τους. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν τους σέβονται –σημαίνει ότι δεν τους αντιμετωπίζουν σαν θεούς. Και αυτό συμβαίνει γιατί δεν είναι θεοί. Είναι (ή ήταν) άνθρωποι οι οποίοι κάποια στιγμή συνειδητοποίησαν κάτι και βασισμένοι στη συνειδητοποίηση αυτή έζησαν την υπόλοιπη ζωή τους ανάλογα. Βεβαίως ένας τέτοιος άνθρωπος χαίρει σεβασμού αλλά δε χαίρει ούτε λατρείας, ούτε δέους. 

Ο λόγος που η αναγνώστριά μου πιστεύει ότι θα έπρεπε να αντιμετωπίζουμε τους δασκάλους του βουδισμού σαν θεούς είναι επειδή αυτό είναι το μοντέλο που έχει μάθει από τη θρησκεία μέσα στην οποία μεγάλωσε (δηλαδή τον ορθόδοξο χριστιανισμό): ο Θεός είναι πολύ μεγάλος για να τον αντιμετωπίσει κανείς στα ίσα και το ίδιο συμβαίνει με τους προφήτες του με προεξάρχοντα τον Χριστό. Απέναντι σε τέτοιες «οντότητες» δεν μπορεί να έχει κανείς μια casual αντιμετώπιση γιατί δεν είναι δυνατόν να έχει κανείς μια casual αντιμετώπιση –είναι σαν να προσπαθήσεις να έχεις μια casual αντιμετώπιση απέναντι σε μια τίγρη ή απέναντι σε ένα ενεργό ηφαίστειο ή απέναντι σε έναν τυφώνα: η δύναμη που εκπέμπουν και που αποπνέουν είναι τέτοια που σε αναγκάζει να τα αντιμετωπίσεις με δέος. Και αν αισθάνεσαι δέος απέναντι σ’ αυτά, πόσο μάλλον απέναντι στον δημιουργό τους –και στο δημιουργό σου- έτσι δεν είναι;

Βεβαίως είναι έτσι! Όμως στο βουδισμό ζεν όταν λέμε «Βούδας», «Μποντιντάρμα/Νταρούμα», «Χούι Νενγκ/Ντάικαν Ένο» ή «Ντόγκεν» δεν αναφερόμαστε σε κάτι τόσο αδιανόητα ισχυρό που σχεδόν εκβιάζει το σεβασμό μας. Ο Βούδας δεν έφτιαξε τον κόσμο, ο Νταρούμα δεν ανάστησε νεκρούς (αν και υπάρχει ένας θρύλος που λέει ότι ο ίδιος αναστήθηκε!), ο Ντάικαν Ένο δεν περπάτησε πάνω στο νερό και ο Ντόγκεν δεν έπλασε τον άνθρωπο από λάσπη∙ ήταν όλοι τους πραγματικοί άνθρωποι που έζησαν πραγματικές ζωές και που κάποια στιγμή πέθαναν. Αυτό που τους διαφοροποιεί από εμένα που γράφω αυτή τη στιγμή αυτό το κείμενο και από εσάς που το διαβάζετε, είναι ότι αυτοί κάποια στιγμή αντιλήφθηκαν μια σχέση πίσω από τα πράγματα και προσπάθησαν να τη μεταφέρουν στον περίγυρό τους. Και παρότι αυτό είναι βεβαίως σημαντικό επίτευγμα, δεν είναι σημαντικότερο από την εφεύρεση της πενικιλίνης ή του κινητήρα εσωτερικής καύσης∙ αν δεν αντιμετωπίζει κανείς με δέος το Φλέμινγκ ή τον Ντίζελ δεν υπάρχει κανένας λόγος να αντιμετωπίζει με δέος το Βούδα.

Καταλαβαίνω γιατί η κυρία που μου έστειλε το μέιλ γράφει αυτά που γράφει –και λέγοντας αυτό δεν προσπαθώ να φανώ ούτε συγκαταβατικός, ούτε πολιτικά ορθός: Η στάση μου ή τουλάχιστον ή στάση μου όπως την εκλαμβάνει από τα γραπτά μου καθώς και η αντίστοιχη (και παρόμοια) στάση του Μπραντ Ουόρνερ, δεν ταιριάζει με τη δική της. Και εδώ που τα λέμε, δε θα μπορούσε και να ταιριάζει: αυτή είναι αυτή, ο Μπραντ είναι ο Μπραντ και εγώ είμαι εγώ. Το πώς αντιλαμβάνεται καθένας μας το βουδισμό είναι δικό του θέμα και οι διαφορές στην αντίληψη αυτή δεν έχουν και τόσο μεγάλη σημασία∙ αποκτούν σημασία (και αυτός είναι ο λόγος που γράφω το κείμενο αυτό) όταν ένας από εμάς αποφασίζει ότι η δική του προσέγγιση είναι σωστή και οι υπόλοιπες λάθος, όχι επειδή μελέτησε όλες τις προσεγγίσεις και κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό αλλά επειδή οι «λάθος» προσεγγίσεις είναι «λάθος» γιατί συγκρούονται με την προσωπική του μυθολογία: μια λέξη συνώνυμη με τη λέξη «μύθος» (τουλάχιστον με τη μεταφορική της σημασία) είναι η λέξη «ψέμα» και όταν συζητάμε για βουδισμό, τα ψέματα δεν έχουν θέση. 

ΥΓ
Το σχόλιο της αναγνώστριας περί βουδισμού και Ασίας πέρα από (ήπια) ρατσιστικό είναι και αστείο: ο Νισιτζίμα είναι ιάπωνας, ο Μπραντ Ουόρνερ έχει ζήσει στην Ιαπωνία 8 χρόνια, ο Πίτερ Ρόκα ζει στην Ιαπωνία 25 χρόνια και εγώ ζω στην Ιαπωνία –περίπου- 4∙ αν δεν παρεξήγησα το μέιλ της η καλή κυρία δεν έχει έρθει ποτέ στην Ασία, ούτε για ταξίδι αναψυχής. 

Tuesday, November 6, 2012

Εκ της Διευθύνσεως (ΧΧV): Τι δεν είναι κάρμα


Το αποφάσισα: Δεν πρόκειται να δικαιολογηθώ ξανά για το πόσο αραιά έχουν γίνει τα ποστ σ’ αυτό το μπλογκ! Όσοι παρακολουθείτε τι κάνω, ξέρετε ότι ο χρόνος μου έχει περιοριστεί πολύ τους τελευταίους μήνες και ότι η αποχή από το Punk Zen δε σημαίνει και αποχή από το ζεν γενικώς. Όπως και να ‘χει, για μια ακόμα φορά λέω να προσπαθήσω να το συμμαζέψω∙ αν θα το καταφέρω ή όχι, θα το δούμε στην πορεία.

Στο θέμα μας τώρα: Τις προάλλες, ένας φίλος έκανε ποστ στο Facebook μια εικόνα από αυτές που αφθονούν εκεί –ξέρετε αυτές δεν είναι στην πραγματικότητα εικόνες αλλά περιέχουν ένα τσιτάτο γραμμένο σε κάποια ευφάνταστη (ή λιγότερο ευφάνταστη) γραμματοσειρά που λέει κάτι βαθυστόχαστο ή απλώς μια σαχλαμάρα, συχνά μάλιστα συνοδεία και κάποιου γνωστού ονόματος που μπορεί να είπε (ή να μην είπε) το συγκεκριμένο τσιτάτο. Τέλος πάντων, το τσιτάτο που είχε η εν λόγω φωτό έλεγε, περίπου, «Το να πιστεύεις στο κάρμα σημαίνει ότι πιστεύεις πως αν κάποιος βιάσει ένα τετράχρονο παιδάκι, το παιδάκι είχε κάνει κάτι που να το αξίζει». Αν και η πολιτική μου είναι να αφήνω τέτοια πράγματα ασχολίαστα, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν άντεξα και σχολίασα από κάτω «Αυτό δεν είναι ‘κάρμα’ είναι παπαριές» (επειδή όλο το πράγμα ήταν στα αγγλικά, η λέξη που χρησιμοποίησα ήταν «bullshit»).

Το πρόβλημα είναι ότι πολύς κόσμος έχει αυτή την αντίληψη για το κάρμα, πιθανότατα επειδή πολύς κόσμος έχει απλώς ακουστά το κάρμα από τον αχταρμά ινδουϊσμού, βουδισμού και πνευματισμού (spiritualism) που έγινε της μόδας τη δεκαετία του ’60, όταν ο δυτικός κόσμος θεώρησε ότι μέρος της γενικότερης τάσης περί αμφισβήτησης έπρεπε να είναι και η αμφισβήτηση των παραδόσεών του και η υιοθέτηση παραδόσεων από άλλους πολιτισμούς –όσο πιο εξωτικός ο πολιτισμός, τόσο καλύτερος και πιο «ατόφιος» αν και οι «αναζητητές» της εποχής εκείνης ήταν διατεθειμένοι να κάνουν κάποιο σκόντο στα χιλιόμετρα και να στραφούν και σε κάτι ντόπιο, αρκεί αυτό να ήταν αρκετά «far out» (κάπως έτσι επαν-ανακαλύφθηκαν οι πνευματιστές των αρχών του 20ου αιώνα, η «Θεοσοφική Εταιρεία» της Έλενα Μπλαβάτσκι, ο Άλιστερ Κρόουλι και αρκετοί ακόμα).

Μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα,  δεν είναι περίεργο που μια ιδέα τόσο σύνθετη όσο το κάρμα έτυχε παρανόησης –αν σκεφτεί κανείς ότι η (σχετικά πιο) απλή ιδέα της συνειδητοποίησης κατάφερε να μπλεχτεί με τη μαστούρα, το κάρμα ήταν από την αρχή καταδικασμένο καθώς, αναλόγως της σχολής που μελετά κανείς μπορεί να σημαίνει αρκετά διαφορετικά πράγματα, συχνά κρυμμένα πίσω από διαφορές στους ορισμούς που χάνονται στις μεταφράσεις από τα σανσκριτικά ή τα πάλι προς τα αγγλικά και από εκεί προς τα ελληνικά. Αν δε, συνυπολογίσουμε ότι σε κάποιο σημείο έχουν παρεμβληθεί και οι φαντασιώσεις των μεταφραστών (για κάποιο, όχι απολύτως ανεξήγητο λόγο, συχνά τέτοια κείμενα μεταφράζονται από ανθρώπους που μοιάζουν ανίκανοι να χρησιμοποιήσουν απλές λέξεις και φυσιολογικό συντακτικό) καταλήγουμε σε ένα ατύχημα που νομοτελειακά θα συμβεί. Και συμβαίνει: στο μυαλό του αναγνώστη.

Κι όμως, αν είναι κανείς διατεθειμένος να διαβάσει τα πράγματα χρησιμοποιώντας την κοινή του λογική (και εδώ είναι που βοηθάει η επαφή με κάποιο δάσκαλο που καταλαβαίνει τι του γίνεται), η ουσία των εννοιών αυτών είναι πολύ λιγότερο δυσνόητη (αν και παραμένει περίπλοκη): κάρμα δεν είναι να πιστεύει κανείς ότι η κακοποίηση του παιδιού ήταν συνέπεια κάποιας πράξης του ίδιου του παιδιού –κάρμα είναι να πιστεύει κανείς ότι η κακοποίηση του παιδιού ήταν συνέπεια κάποιας πράξης ή κάποιας σειράς πράξεων που έγιναν ή που δεν έγιναν είτε στο περιβάλλον του παιδιού, είτε στο περιβάλλον του δράστη. Μ’ άλλα λόγια, ότι κάθε πράξη έχει κάποιον αντίκτυπο κάπου και κάποτε, πολύ συχνά μακριά από το χώρο-χρονικό σημείο της τέλεσής της. Και παρεμπιπτόντως, στο βουδισμό τουλάχιστον οι πράξεις αυτές πρέπει να είναι συνειδητές, πράγμα που σημαίνει ότι ένα τετράχρονο παιδάκι είναι εξ ορισμού έξω από τη συζήτηση.

Σε ποιες πράξεις μπορεί να λειτούργησε το κάρμα στη συγκεκριμένη περίπτωση; Κανείς δεν μπορεί να ξέρει αλλά σίγουρα μπορούμε να κάνουμε κάποιες υποθέσεις: ένας γονιός που δεν πρόσεξε που βρισκόταν το παιδί του, ένας άλλος γονιός (ή ένας δάσκαλος) που δεν επεσήμανε αρκετά νωρίς κάποιες περίεργες τάσεις στο χαρακτήρα του μελλοντικού δράστη, ένας αστυνομικός που επέλεξε να περάσει από έναν άλλο δρόμο και όχι από το δρόμο που έγινε η επίθεση, ένας γείτονας που εκείνη ακριβώς την ώρα δυνάμωσε τη μουσική και δεν άκουσε τις φωνές του παιδιού, ένας δικαστής που επέβαλλε μια χαμηλή ποινή στον ίδιο δράστη για ένα μικρότερης σημασίας περιστατικό πέντε χρόνια πριν –ο κατάλογος είναι τεράστιος και αποδεικνύει πόσο σύνθετη είναι η πραγματικότητα και πόσο αλληλένδετα είναι τα πάντα. Αυτό δηλαδή που λέει και η θεωρία του κάρμα!

Το πιο ζουμερό σημείο στην όλη συζήτηση περί κάρμα είναι το αν οι πράξεις είναι συνειδητές ή όχι –κάλλιστα θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι μια πράξη του δε συμβάλλει (ή δε θα έπρεπε να συμβάλλει) στην αλυσίδα του κάρμα καθώς δεν ήταν συνειδητή. Όμως εδώ μπαίνουμε στην ουσία του βουδισμού Ζεν: στο μέτρο που η αναζήτηση της συνειδητοποίησης της πραγματικότητας αποτελεί την ουσία της ενασχόλησης με το βουδισμό, κάθε πράξη μικρή ή μεγάλη, οφείλει να είναι συνειδητή –παραφράζοντας το γνωστό λατινικό νομικό ρητό «ignorantia legis non excusat» («άγνοια νόμου δε συγχωρείται»), θα μπορούσαμε να πούμε ότι για το βουδισμό Ζεν, «ignorantia realitatis non excusat» («άγνοια πραγματικότητας δε συγχωρείται»). Και επειδή μιλάμε για βουδισμό η «συγχώρεση» δεν προέρχεται από κάποιον μακρυμάλλη παππού με λευκά γένια που κάθεται στα σύννεφα και βλέπει τα πάντα αλλά από εμάς τους ίδιους και από την κοινωνία στην οποία ζούμε και την οποία συν-δημιουργούμε με τις πράξεις μας.

Εκ της Διευθύνσεως (ΧΧIV): Ένα αλλιώτικο σέσιν


Για μια ακόμα φορά πήγαμε, καθίσαμε και κοιτάγαμε τους τοίχους για τρεις μέρες και μετά φύγαμε –αν κάποιος θέλει να συνοψίσει το σέσιν της ομάδας Ντόγκεν Σάνγκα στο ναό Κασουϊσάι στη Σιζουόκα, θα μπορούσε να πει την παραπάνω φράση και να έχει καλύψει όλη την ουσία του τριημέρου φθινοπωρινού «ησυχαστηρίου». Ωστόσο η φορά αυτή είχε ορισμένες πιο ενδιαφέρουσες διαστάσεις από τα άλλα σέσιν που κάναμε στο ναό Τοκέι-ιν (επίσης στη Σιζουόκα) και για τα οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ και ο βασικός λόγος ήταν ότι αντίθετα με το Τοκέι-ιν στο οποίο το πρόγραμμα που ακολουθούσαμε ήταν δικής μας επινόησης και η τήρησή του επαφιόταν στον πατριωτισμό μας, στο Κασουϊσάι έπρεπε να ακολουθήσουμε το υπάρχον πρόγραμμα καθώς ο συγκεκριμένος ναός όχι μόνο έχει αρκετούς μοναχούς αλλά είναι και ένα από τα κέντρα εκπαίδευσης της γραμμής Σότο του Ζεν –μικρότερο από τα δύο μεγάλα κέντρα (το Έιχεϊ-τζι στο Φουκούι και το Σότζι-τζι στην Καναγκάουα) αλλά κέντρο εκπαίδευσης όπως και να ‘χει.

Αυτό λοιπόν που κερδίσαμε τις τρεις αυτές ημέρες ήταν μια εκ των έσω ματιά στο πώς λειτουργεί ένα κέντρο εκπαίδευσης Ζεν∙ πώς ζουν οι άνθρωποι που σε μερικά χρόνια θα βγουν έξω, θα διαχειρίζονται τους δικούς τους ναούς και θα διδάσκουν Ζεν σε άλλους ανθρώπους, πώς ασκούνται (στη θεωρία και την πράξη του βουδισμού) και πώς αντιλαμβάνονται τα πράγματα καθώς είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε λίγο με ορισμένους από αυτούς όταν οι ελεύθεροι χρόνοι μας συνέπιπταν. Και παρότι η εμπειρία ήταν όντως ενδιαφέρουσα, προσωπικά κατέληξα στο συμπέρασμα ότι αν η απόφαση για το που θα γίνει το επόμενο σέσιν εξαρτιόταν αποκλειστικά από εμένα, θα διάλεγα για μια ακόμα φορά το Τοκέι-ιν ή κάποιον αντίστοιχο ναό και όχι το Κασουϊσάι. Όχι επειδή η καλογερική είναι βαριά αλλά επειδή είναι βαριά στα λάθος πράγματα –τουλάχιστον σε σχέση με το πώς αντιλαμβάνεται το Ζεν η ομάδα με την οποία σχετίζομαι.

Το βασικό πρόβλημα ήταν ότι το πρόγραμμα του Κασουϊσάι δεν περιλαμβάνει πολύ Ζαζέν –αντίθετα περιλαμβάνει άφθονους ψαλμούς και λειτουργίες (για την ακρίβεια τρεις λειτουργίες μιάμισης ώρας κάθε μια). Και είναι απολύτως λογικό: οι άνθρωποι που εκπαιδεύονται εκεί πρόκειται, όπως είπα παραπάνω, κάποια στιγμή να τελειώσουν τη μαθητεία τους, να βγουν στην κοινωνία και να αναλάβουν ναούς στους οποίους θα πρέπει να επιτελούν συγκεκριμένα καθήκοντα∙ καθώς μιλάμε για βουδισμό (και δη για Ζεν) τα καθήκοντά τους αυτά θα είναι κάτα 95% κηδείες και μνημόσυνα οπότε η άριστη γνώση των ψαλμών που χρησιμοποιούνται για την κάθε περίπτωση είναι αναγκαία. Προφανώς, πολύ πιο αναγκαία από το να συνηθίσουν να κάθονται και να κοιτάνε τον τοίχο.

Βεβαίως υπήρχε Ζαζέν. Το ζέντο τους ήταν πολύ πιο μεγάλο από το ζέντο του Τοκέι-ιν (αν υπολόγισα καλά πρέπει να χώραγε τουλάχιστον καμιά πενηνταριά άτομα, ίσως και περισσότερα) και κάθε φορά που υπήρχε περίοδος καθίσματος υπήρχε και άτομο επιφορτισμένο με το καθήκον να χρησιμοποιεί το ραβδί κιοσάκου (警策) στην περίπτωση που κάποιος το ζητούσε ή στην περίπτωση που ο συγκεκριμένος μοναχός έκρινε ότι κάποιος είχε χάσει εντελώς τη στάση του ή είχε σχεδόν αποκοιμηθεί. Όμως οι επίσημες περίοδοί τους για Ζαζέν ήταν μόνο τρεις φορές την ημέρα (πρωί, μεσημέρι, βράδυ) και σχεδόν ποτέ δεν είδα μέσα στο ζέντο όλους τους μοναχούς –δόκιμους ή εκπαιδευτές∙ αντίθετα, στις λειτουργίες ήταν όλοι, εκτός από κάποιους που είχαν καθήκοντα στην κουζίνα (η κουζίνα είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο ενός ναού Ζεν και ο μάγειρας το δεύτερο σημαντικό πρόσωπο σε ιεραρχία μετά τον ηγούμενο).

Το θέμα είναι ότι για τη γραμμή του Γκούντο Νισιτζίμα (και του Μπραντ Ουόρνερ και των άλλων μαθητών που έχω γνωρίσει στην Ιαπωνία),  η ουσία του Ζεν είναι η άσκηση –σίγουρα παίζει ρόλο ότι τόσο ο ίδιος ο Νισιτζίμα όσο και οι μαθητές του, τόσο αυτοί που είναι δάσκαλοι του Ζεν όσο και αυτοί που απλώς συμμετέχουν στις συναντήσεις και στα σέσιν είναι στην καλύτερη περίπτωση «λαϊκοί μοναχοί» δηλαδή δεν έχουν δικό τους ναό και βγάζουν το ψωμί τους με τον πιο παραδοσιακό τρόπο, δηλαδή δουλεύοντας. Και λέω «στην καλύτερη περίπτωση» καθώς πολλοί από αυτούς δεν έχουν κάνει καν τη βασική χειροτόνηση (τζουκάι/受戒) που απαιτείται για να χαρακτηριστεί κανείς «μοναχός» στο βουδισμό Ζεν∙ έρχονται στις συναντήσεις και στα σέσιν, κάνουν την άσκηση και αυτό είναι όλο. Και, αν θέλουμε να μείνουμε στην ουσία, πράγματι αυτό είναι όλο!

Προφανώς η ανάγκη της κοινωνίας (και δη των μικρών κοινοτήτων) για την ύπαρξη ναών που θα καλύπτουν ορισμένες βασικές λειτουργίες είναι δεδομένη και, άρα, αδιαπραγμάτευτη∙ και βεβαίως για να μπορεί ένας ναός να είναι λειτουργικός για την κοινωνία θα πρέπει να είναι επανδρωμένος από ανθρώπους που ξέρουν να φέρουν εις πέρας τις διαδικασίες που τον κάνουν λειτουργικό, δηλαδή τις τελετές. Και παρότι ιδωμένες με το μάτι του ενδιαφερόμενου παρατηρητή, οι τελετές είχαν όντως ενδιαφέρον, ομολογώ ότι υπήρξαν αρκετές στιγμές που βαρέθηκα αρκετά κυρίως επειδή –και αυτό μπορεί να ακουστεί όσο αλαζονικό θέλετε- προσωπικά δεν τις χρειάζομαι.

Όποιος ενδιαφέρεται να ψάξει τις αιτιολογήσεις πίσω από την ύπαρξη τελετουργικών στις θρησκείες (και όχι μόνο σ’ αυτές) θα δει ότι η επικρατέστερη είναι η ενίσχυση του αισθήματος ότι αυτός που συμμετέχει στο τελετουργικό ανήκει σε μια συγκεκριμένη ομάδα και συμμερίζεται κάποιες συγκεκριμένες πεποιθήσεις –στο μέτρο που κάποιος συμμερίζεται τις πεποιθήσεις έτσι κι αλλιώς, το τελετουργικό είναι όχι μόνο άχρηστο αλλά, δυνητικά, εμπόδιο (το αστείο είναι ότι στον πολύ κλασσικό βουδισμό, υπάρχει ειδική μνεία στο πώς οι τελετές μπορούν να εμποδίσουν την πραγματική κατανόηση της διδασκαλίας του Βούδα –ο όρος στα σανσκριτικά είναι σιλαμπάτα-παραμάσο/sīlabbata-parāmāso και η υπέρβασή του θεωρείται από τα πρώτα βήματα για να θεωρηθεί κανείς μέρος του βουδιστικού «ρεύματος»).

Παρενθετικά εδώ, αξίζει να αναφέρω ότι για ιστορικούς λόγους και με τη γνωστή άνεση που χαρακτηρίζει τους ιάπωνες σε θρησκευτικά θέματα, το Κασουϊσάι φιλοξενεί στους χώρους του τον ναό ενός τοπικού αρχαίου σαμάνου ο οποίος είναι κάτι σαν ο «θεός της φωτιάς» της περιοχής (ουδεμία σχέση με βουδισμό αλλά όπως είπαμε, εδώ είναι Ιαπωνία και τέτοια πράγματα είναι λεπτομέρειες!) Προκειμένου λοιπόν να τιμήσουν τον υψηλό τους καλεσμένο, οι μοναχοί του Κασουϊσάι κάνουν ένα μέρος των λειτουργιών τους στο δικό του ναό ακολουθώντας ένα τελετουργικό αρκετά διαφορετικό από αυτό που συνηθίζεται στους ναούς Ζεν: αν και το κείμενο που χρησιμοποιούν είναι η «Σούτρα της Καρδιάς» (Πράτζνια-παραμιτά-χριντάγια/Prajñāpāramitā Hṛdaya ή επί το ιαπωνικότερο Χάνια Σίνγκυο/般若心経), το μεγάλο σουξέ του Ζεν την ψέλνουν με μπόλικη μουσική και με διάφορα οπτικά εφέ άκρως εντυπωσιακά!

Όμως εκεί ακριβώς είναι το πρόβλημα: όσο ωραίο και αν ήταν το σόου, δεν έπαυε να είναι ένα σόου το οποίο στην πραγματικότητα δεν προσφέρει τίποτα στην ουσία του βουδισμού, τουλάχιστον όπως αντιλαμβάνομαι ότι τον αντιλαμβανόταν ο Βούδας και όπως πέρασε από αυτόν στον Ναγκαρτζούνα, στον Μποντιντάρμα,  στον Χούι-νενγκ και στον Ντόγκεν και από εκεί στον Κόντο Σαουάκι και στον Γκούντο Νισιτζίμα. Αν αποφασίσει κανείς να τραβήξει μια γραμμή όπως αυτή στα φύλλα ισολογισμών και από κάτω να γράψει τι είναι αυτό που κάνει το βουδισμό Ζεν διαφορετικό από οποιαδήποτε άλλη θρησκεία ή από οποιαδήποτε άλλη σχολή σκέψης, αυτό δεν μπορεί παρά να είναι η άσκηση που οδηγεί στη συνειδητοποίηση της πραγματικότητας και στην υπεύθυνη πράξη. Αυτό που είδαμε στο Κασουϊσάι και στο οποίο, ως κάποιο βαθμό συμμετείχαμε, ήταν τελετουργικός βουδισμός και, δυστυχώς, μεταξύ τελετουργικού βουδισμού και τελετουργικού π.χ. χριστιανισμού, ο κοινός παρονομαστής είναι η τελετή και, προσωπικά, αν έχω να επιλέξω μεταξύ ενός περιβάλλοντος στο οποίο υπογραμμίζεται η τελετή και ενός στο οποίο υπογραμμίζεται η άσκηση, η απάντηση μου βγαίνει σχεδόν αντανακλαστικά!

Καινούριο άρθρο στο Suicide Girls και περισσότερα περί του Γκρέιτ Σκάι


Το τελευταίο μου άρθρο στο Suicide Girls βγήκε στον αέρα –έχει σχέση με τη μη προσκόλληση (ήθελα να γράψω κάτι για το Γκρέιτ Σκάι, αλλά όπως πολύ σωστά το σκέφτηκα, δεν ήμουν σε κατάσταση να γράψω ένα άρθρο εντός των 24 ωρών που μεσολαβούσαν από την επιστροφή μου στη Σάντα Μόνικα ως την ώρα που θα έπρεπε να παραδοθεί το άρθρο. Συνεπώς, παίρνετε αυτό.)

Μιλώντας για το σέσιν στο Γκρέιτ Σκάι (εκεί που ήμασταν εχτές), να μια φωτογραφία από αυτές που δεν κυκλοφορούν πολύ συχνά: εγώ με τα βουδιστικά μου ράσα και ανάμεσα σε άλλους βουδιστές ιερείς. Έχω βάλει ταμπελάκια με τα ονόματα των δασκάλων που συμμετείχαν στο σέσιν –ο Ρόσαν Γιοσίντα που επίσης δίδαξε δεν είναι στη φωτογραφία επειδή ήταν αυτός που την τράβηξε (και μου την έστειλε, ευχαριστώ πολύ!) όμως μπορείτε να δείτε στα δεξιά μου (αριστερά στη φωτογραφία) τον Γκρεκ Φάιν, λογιστή του Κέντρου Ζεν του Σαν Φρανσίσκο και στην άκρη δεξιά της φωτογραφίας δίπλα στον Ντοκάι είναι ο Τότζουν Κομπ, από το Κέντρο Ζεν του Μιλγουόκι που είχε το ρόλο του «τζίσα», δηλαδή αυτού που φροντίζει τους δασκάλους –στη δική μου περίπτωση, ήταν αυτός που μου έδειξε τι έπρεπε να κάνω στις διάφορες τελετές. Για την ιστορία, και αν δεν μπορείτε να το καταλάβετε από το θαμπό JPG, τα ξυρισμένα κεφάλια και τα Νταρμικά τους ονόματα, η Ζούικο, η Τόνεν και η Μιόγιου είναι γυναίκες ενώ όλοι οι άλλοι δάσκαλοι είναι άντρες, γεγονός που έδινε στο σέσιν μια πολύ καλή ισορροπία μεταξύ αντρών και γυναικών δασκάλων (αυτό το θεωρώ πολύ ωραίο και μοναδικό –εδώ που τα λέμε, στα σέσιν πολύ σπάνια υπάρχει παραπάνω από ένας δάσκαλος και παρότι το Γκρέιτ Σκάι δεν πρέπει να είναι το μόνο που το κάνει, είναι αρκετά σπάνιο).

Σκεφτόμουν το ποστ που ανέβασα εχτές και ελπίζω ότι δεν έδωσα την εντύπωση ότι το μόνο πράγμα που γίνεται σε ένα σέσιν είναι να σου έχει κολλήσει στο μυαλό η μουσική από τη σειρά «I Dream Of Jeannie». Όχι, δεν είναι το μόνο.

Θέλω να πω, θα μπορούσα να πω πολλά για την πολύ βαθιά ακινησία και σιωπή, για το θέαμα ενός ερωδιού με μπλε πόδια που πέρασε μπροστά από την πανσέληνο, για τον ουρανό που είχε ένα κάρο αστέρια, για τα κρύα πρωινά στο ζέντο, για τα επίσημα γεύματα-τελετές, για τις ψαλμωδίες και για όλα αυτά. Όμως αυτά μπορείτε να τα βρείτε σε οποιοδήποτε βιβλίο, άρθρο περιοδικού ή σελίδα στο web που περιλαμβάνει οποιαδήποτε περιγραφή οποιουδήποτε για το πώς πέρασε σε ένα σέσιν. Ναι, είναι όλα αλήθεια και είναι όλα πανέμορφα. Όμως κάποιος πρέπει να μιλήσει και για τις μουσικούλες από τις κακές τηλεοπτικές σειρές και για το πώς κάθε φορά που ψέλναμε το «Φούκαν-ζαζένγκι» του Ντόγκεν και φτάναμε στο σημείο που λέει «πρέπει να χαιρόμαστε τη σπίθα που βγαίνει από την τσακμακόπετρα» (Σ.τ.Μ. στα αγγλικά «flintstone») εγώ ήμουν πάντα στο τσακ να αρχίσω να τραγουδάω τη μουσική από τη σειρά κινουμένων σχεδίων «The Flintstones»:  "... meet the Flintstones they're a modern stone age fa-mi-leeeeee!" Ισορροπία μπέιμπι, ισορροπία

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει ένα ιδιαίτερο βάθος στην άσκηση που δεν μπορείς να το φτάσεις παρά μόνο συμμετέχοντας σε ένα σέσιν∙ δε με νοιάζει πόσο βαθύς νομίζετε ότι είναι ο διαλογισμός σας όταν κάθεστε μόνοι σας στην αναπαυτική σας πολυθρόνα στο σαλόνι σας με το «Dark Side of the Moon» στα ακουστικά και με ένα γερό τρίφυλλο στο χέρι όμως δε φτάνει ούτε στο νυχάκι μιας περιόδου καθίσματος Ζαζέν ακόμα και στο πιο άθλιο σέσιν. Καμία τύχη –σόρι. 

Μια βδομάδα σε ένα σέσιν σου δίνει την αίσθηση ενάμιση μήνα οποιασδήποτε άλλης ενασχόλησης –το Ζαζέν διαστέλλει το χρόνο όσο τίποτα άλλο. Ένα λεπτό Ζαζέν ισοδυναμεί με τρεις ώρες παπαρολογίας με τους φίλους σου∙ κατ’ αυτή την έννοια, μπορεί να σου επιμηκύνει τη ζωή. Και βεβαίως μπορεί κάποιος να πει «Ναι, αλλά μόνο υποκειμενικά!» στο οποίο θα απαντήσω «Σώπα! Και τι σημασία έχει;» Πραγματικά σε κάνει να ζεις περισσότερο, ακόμα και αν πέσεις νεκρός την ώρα που χτυπάει τα καμπανάκι στο τέλος της περιόδου.

Μπορείς να ανακαλύψεις πράγματα για τον εαυτό σου που δεν μπορείς να τα ανακαλύψεις μέσα σε μια δεκαετία ψυχανάλυσης –μπορεί να σου αλλάξει όλη σου την αντίληψη για τα πάντα. Επιστρέφοντας στο ΛΑ, βρέθηκα κολλημένος σε ένα θεόστενο κάθισμα αεροπλάνου ανάμεσα σε δύο πιτσιρίκια που δεν έπαψαν να ουρλιάζουν, να μου κλωτσάνε την καρέκλα μου και να χέζονται διαρκώς –η βρώμα από τα παιδικά σκατά ήταν τόσο βαθιά όσο όλα τα πράγματα που συνάντησα στο σέσιν. Κι όμως, δεν κατάφερα να βρω μέσα μου αρκετό χώρο ώστε να ενοχληθώ.

Ο τρόπος με τον οποίο τα μέλη μιας ομάδας αφοσιωμένων ανθρώπων συνδυάζουν τις ενέργειές τους και ο τρόπος με τον οποίο εστιάζονται στην άσκηση δε συγκρίνεται με καμία άλλη δραστηριότητα. Όταν ήμουν στην Ιαπωνία, έζησα ένα χρόνο στο νομό Τογιάμα, ουσιαστικά απομονωμένος από κάθε άλλο άνθρωπο πέρα από μια μικρή ομάδα αγγλόφωνων –η εμπειρία θύμιζε κάπως τους επιζώντες από ένα αεροπορικό δυστύχημα σε ένα ερημονήσι αλά «Lost» και είναι η κοντινότερη που μπορώ να σκεφτώ στην εμπειρία που σου δίνει ακόμα και ένα σύντομο σέσιν. Να τι σημαίνει «Dharma Initiatives»

Συνεπώς δε θέλω να μειώσω την εμπειρία. Όμως ταυτόχρονα, μου είναι σχεδόν αδύνατο να γράψω γι αυτή με έναν τρόπο που να βγάζει νόημα –το έχω δοκιμάσει και έχω αποτύχει πολλές φορές καθώς αυτά που γράφω μοιάζουν με τα κλισέ που διαβάζετε στα περιοδικά που πουλάει το Νιου Έιτζ βιβλιοπωλείο της γειτονιάς σας. Και ο κόσμος είναι ήδη γεμάτος από δαύτα.

Οπότε τι θες να πεις Μπραντ;

Ξέρω γω; Όπως και να ‘χει, δείτε τη φωτογραφία από το σέσιν και απολαύστε τη.

Μπραντ Ουόρνερ – Δευτέρα  18 Αυγούστου 2008

Monday, March 5, 2012

Ζαζέν στη Σάντα Μόνικα, αιρέσεις κ.λπ.


Έχω κάνει κάτι αλλαγές στη σελίδα σχετικά το Ζαζέν που κάνουμε στη Σάντα Μόνικα· έχω αλλάξει την ώρα έναρξης σε 9: 45 για όσους θέλουν ν’ ακούσουν τις οδηγίες και σε 10 για όσους θέλουν να αρχίσουν κατευθείαν το Ζαζέν. Το πρόγραμμα αυτό το έχουμε έτσι εδώ και κάνα χρόνο, ίσως και παραπάνω όμως ως τώρα δεν είχα αλλάξει τη σχετική σελίδα. Πέρα από τις αλλαγές αυτές, πρόσθεσα κι αυτό το κείμενο:

Τα Σάββατα, κάνω το καθημερινό μου Ζαζέν στο Κέντρο της Χιλ Στριτ, και αφήνω ανοιχτές τις πόρτες οπότε αν κάποιος θέλει, μπορεί να έρθει να κάτσει μαζί μου. Δεν προσπαθώ να στρατολογήσω ακολούθους ή να χτίσω μια μεγάλη οργάνωση και δεν πρόκειται για εκκλησία ή για τυπικό κέντρο Ζεν. Αν έρθετε, μου κάνετε παρέα στην προσωπική μου εξάσκηση, συνεπώς φροντίστε να δείξετε σεβασμό και μην περιμένετε ότι κάποιος θα σας νταντέψει. Τις ημέρες που δεν μπορώ να είμαι στο Κέντρο της Χιλ Στριτ, συνήθως λέω σε κάποιον να ανοίξει τις πόρτες και να κάνει την άσκηση όπως την κάνω εγώ.

Θεώρησα ότι ήταν αναγκαίο να βάλω τις παραπάνω διευκρινίσεις. Ναι, το ξέρω ότι δεν ακούγονται ιδιαίτερα φιλόξενες, όμως πραγματικά δε με νοιάζει. Είμαι πραγματικά πολύ ευγενικός προς τους ανθρώπους που έρχονται σ’ αυτά τα σαββατιάτικα κόλπα, όμως από τη φύση μου δεν είμαι ιδιαίτερα κοινωνικός και εξωστρεφής. Δε θα σας φερθώ άσχημα αλλά μην περιμένετε και όλο αγκαλίτσες και γλύκες γιατί δεν είμαι έτσι. 

Δε θα είμαι στο κέντρο στις 9 και στις 16 Αυγούστου επειδή θα είμαι στο σέσιν στο Γκρέιτ Σκάι. Επίσης δε θα είμαι στο κέντρο στις 30 Αυγούστου επειδή θα είμαι στο αντίστοιχο σέσιν για Nέους Bουδιστές του Ινστιτούτου Μαεζούμι (θα είμαι όμως στο Χιλ Στριτ στις 23). Παρόλα αυτά, τις ημέρες εκείνες κάποιος θα είναι στο Χιλ Στριτ για να ανοίξει τις πόρτες και να δείξει σε όσους δεν ξέρουν τι πρέπει να κάνουν, συνεπώς αν είστε στη Νότια Καλιφόρνια και θέλετε να κάνετε Ζαζέν με μια ομάδα, να έρθετε ανεξάρτητα από το αν είμαι εγώ εκεί ή όχι. Εγώ δε μετράω –είμαι απλώς ένας μαλάκας που γράφει βιβλία και που λέει βαρετά πράγματα στο τέλος της άσκησης. Το Ζαζέν είναι δικό σας και σ’ αυτό εγώ δεν μπορώ να σας βοηθήσω καθόλου.

Επειδή την προηγούμενη εβδομάδα πήγα στους Χάρε Κρίσνα, σκεφτόμουν διάφορα σχετικά με τη συγκεκριμένη οργάνωση. Ο Κρις Τσαπλ, μου δάνεισε ένα βιβλίο που λέγεται «Hare Krishna Transformed» και που αναφέρεται σε μερικά από τα σκάνδαλα που έχουν ταλαιπωρήσει το κίνημα από το θάνατο του ιδρυτή του, το 1977. Βρήκα επίσης στο YouTube ένα ντοκιμαντέρ που σχετίζεται με το θέμα· είναι πολύ μεγάλο και είναι εμφανές ότι ο σκηνοθέτης του έχει συγκεκριμένη άποψη που θέλει να υποστηρίξει, όμως είναι ιδιαίτερα λεπτομερές και περιέχει κάτι καταπληκτικές σκηνές για μερικά από τα πράγματα στα οποία αναφέρεται ο αφηγητής. [Σ.τ.Μ. το βίντεο έχει τίτλο «Criminal History of Swami Bhaktipada and New Vrindavan», όμως δεν υπάρχει πλέον στο YouTube]

Το θέμα των αιρέσεων [Σ.τ.Μ. στο πρωτότυπο, «cults»] με απασχολούσε πάντοτε· υπάρχει ένα συγκεκριμένο μοντέλο βάσει του οποίου αναπτύσσονται τα θρησκευτικά κινήματα.

ΒΗΜΑ 1: Ένας χαρισματικός ηγέτης, συνήθως από μια ξένη χώρα, ξεκινάει την ομάδα.

ΒΗΜΑ 2: Ο ηγέτης (ή η ηγέτης, αλλά θα κρατήσω το «ο») χρίζει το διάδοχό του.

ΒΗΜΑ 3: Ο ηγέτης πεθαίνει.

ΒΗΜΑ 4: Ο διάδοχος κατηγορείται ότι κάνει διάφορα άσχημα πράγματα.

ΒΗΜΑ 5: Ο διάδοχος διώχνεται από την ομάδα.

ΒΗΜΑ 6: Δημιουργείται μια ομάδα που συνεχίζει τις «αληθινές διδασκαλίες».

ΒΗΜΑ 7: Τα πάντα γίνονται εταιρικά, τελματωμένα και, γενικά, άχρη
στα.

Στην περίπτωση των Κρίσνα, είναι σχετικά σαφές ότι ο Κιθ «Κιρτανανάντα Σουάμι» Χαμ έκανε όντως μερικά ιδιαιτέρως ειδεχθή πράγματα. Όμως η ζήλια και η απληστία για εξουσία μεταξύ αυτών που αισθάνονται ότι θα έπρεπε να είναι οι νόμιμοι διάδοχοι είναι τόσο έντονες που φτάνω σε σημείο να αναρωτηθώ αν όντως χρειάζεται να κάνει κανείς άσχημα πράγματα στο βήμα 4.

Όπως και να ‘χει, αν είσαι τυχερός μπορεί να βρεθείς μπροστά σε κάτι που έχει πραγματικά διατηρηθεί και μεταφερθεί από το παρελθόν, όμως αν έχει όντως γίνει κάτι τέτοιο δεν πιστεύω ότι οφείλεται στην οργάνωση· το μόνο πράγμα στο οποίο μπορεί να ωφελήσει η οργάνωση είναι στη διατήρηση των αρχείων του τι πραγματικά έγινε. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με το Σότο-σου που συντηρεί τα αρχεία του Ντόγκεν, παρόλο που για τα πρώτα 600 χρόνια της ύπαρξής του, ούτε που τους έριξε μια ματιά.

Νομίζω ότι το ξαναγράψιμο και η επιμέλεια που έγινε στο «Hardcore Zen» έχει δημιουργήσει σε κάποιους την εσφαλμένη εντύπωση ότι θέλω να αρχίσω κάποιου είδους κίνημα. Όχι, δε θέλω. Δε με ενδιαφέρει καθόλου να προβάλλω τον εαυτό μου ως δάσκαλο του Ζεν ή να μεγαλώσω την ομάδα μου. Δε θέλω να έχω ακολούθους. Ούτε έναν. 

Από την άλλη μεριά, δε με πειράζει να προωθώ τον εαυτό μου ως συγγραφέα –και γράφω κυρίως για το Ζεν. Καταλαβαίνω ότι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε κάποια σύγχυση, όμως προσπαθώ, για μια ακόμα φορά, να ξεκαθαρίσω την κατάσταση. Νομίζω ότι αυτή την προσπάθεια θα τη συνεχίσω μέχρι να πεθάνω, όμως δεν έχω πρόβλημα μ’ αυτό.

Τέλος πάντων, τα σκέφτομαι όλα αυτά πολύ και ειδικά σε σχέση με το πώς εφαρμόζονται στο νεφελώδες πράγμα που μπορεί να υπάρχει ή να μην υπάρχει και που έχει την προσωρινή ονομασία «Ντόγκεν Σάνγκα». Μπορεί ωστόσο τα πράγματα να μην είναι τόσο δύσκολα, τελικά. Γιατί σύμφωνα με μια πολύ πραγματική αίσθηση υπάρχει ένα άλλο νεφελώδες πράγμα που μπορεί να υπάρχει ή να μην υπάρχει και που έχει την προσωρινή ονομασία «Μπραντ Ουόρνερ» και μ’ αυτό ασχολούμαι όλη την ώρα.

Αν καταφέρω να βγάλω κάποιο συμπέρασμα, θα σας πω.

Μπραντ Ουόρνερ – Παρασκευή 8 Αυγούστου  2008