Wednesday, March 30, 2011

Εκ της Διευθύνσεως (XVII): Οι κερασιές θα ανθίσουν και φέτος


Είναι περίεργο πώς μερικά πράγματα που συνέβησαν πριν από πολλά χρόνια, μένουν στη μνήμη σου και αποκτούν σημασία μετά από, γκχμμμ, πολλά χρόνια. Πάρτε για παράδειγμα τον τίτλο του ποστ αυτού: οι σημερινοί σαραντάρηδες (και, φαντάζομαι, πενηντάρηδες) θα αναγνωρίσουν έναν από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς της δεκαετίας του ’70, τον Μενέλαο Λουντέμη και ένα από τα πιο γνωστά του βιβλία –ίσως το γνωστότερο μετά το «Ένα παιδί μετράει τα’ άστρα». Θα πρέπει να πω ότι, όπως και πολλοί συνομήλικοί μου, ποτέ δε συμπάθησα ιδιαίτερα το γράψιμο του Λουντέμη, άσχετα αν διάβασα τα βιβλία του. Απλώς ήταν κάτι σαν υποχρεωτικό ανάγνωσμα εκείνης της εποχής, ειδικά σε κάποιους κύκλους. Και, βεβαίως, το σημαντικό ήταν να μπορείς να πεις (και ειδικά με περισπούδαστο ύφος) μερικά τσιτάτα του στην κατάλληλη στιγμή. Αν δεν θυμόσουν κάποιο, μπορούσες απλώς να πεις τους τίτλους –και εδώ, το σημαντικό ήταν το τάιμινγκ.

Εν ολίγοις, στη συνείδησή μου, οι τίτλοι του Λουντέμη παρέμειναν πάντα σαν κλισέ. Όμως, ειλικρινά, ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό όταν άκουσα εχτές ότι οι κερασιές ξεκίνησαν να ανθίζουν στην Ιαπωνία. Όπως κάθε χρόνο αυτή την εποχή, ανεξάρτητα από το πόσα Ρίχτερ ήταν ο σεισμός της 11ης Μαρτίου, πόσα μέτρα έφτασε το τσουνάμι, πόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν, αγνοούνται ή είναι άστεγοι στο Τοχόκου, πόσους βαθμούς έχει φτάσει η θερμοκρασία στις δεξαμενές του αντιδραστήρα 3 και πόσα Μπεκερέλ είναι η ραδιενέργεια στο σπανάκι από το Ιμπαράκι. Και είναι ενδιαφέρον ότι η ίδια φύση που ξεχύθηκε με τόση μανία επάνω στην Ιαπωνία πριν από είκοσι μέρες, είναι η ίδια φύση που θα κάνει τις κερασιές να ανθίσουν. Και φέτος.

Προτιμώ να αποφύγω τα περί του συμβολισμού της κερασιάς στον ιαπωνικό πολιτισμό –είμαι σίγουρος ότι όσοι τον ξέρουν, τον ξέρουν και όσοι δεν τον ξέρουν, μπορούν να τον βρουν πολύ εύκολα αν ψάξουν. Εκείνο στο οποίο θα ήθελα να σταθώ λιγάκι, προσπαθώντας να παραμείνω εντός των ορίων του μπλογκ (ή μη μόνον για να απολογηθώ εμμέσως για άλλη μια εξαφάνιση), είναι ότι ακριβώς το ότι οι κερασιές θα ανθίσουν και φέτος, μπορεί να αποτελέσει μια από τις πιο εντός του πνεύματος του Ζεν δηλώσεις που θα μπορούσε να κάνει κανείς αναλογιζόμενος τα τεκταινόμενα στην Ιαπωνία τις τελευταίες αυτές μέρες. Προφανώς αυτά που έγιναν, έγιναν και προφανώς η επανόρθωσή τους θα πάρει χρόνο και θα απαιτήσει τεράστιες προσπάθειες σε όλα τα επίπεδα. Λιγότερο προφανώς, το μέγεθος της καταστροφής, έχει ήδη δρομολογήσει μια σειρά από αλλαγές στην κοινωνική συνείδηση των Ιαπώνων, αλλαγές που θα δούμε εντός των προσεχών χρόνων ανάγλυφες μπροστά μας –όσοι έχετε υπομονή και/ή ενδιαφέρον, θυμηθείτε το αυτό και ελάτε να το ξανασυζητήσουμε σε δέκα χρόνια από τώρα.

Όμως αυτά δεν αναιρούν την πραγματικότητα: οι κερασιές θα ανθίσουν και φέτος. Όπως άνθισαν και πέρσι (χωρίς σεισμό, τσουνάμι και πυρηνικό ατύχημα) και όπως θα ανθίσουν και του χρόνου (επίσης, ελπίζω). Και όπως κάθε χρόνο, οι Ιάπωνες θα βγουν στα πάρκα για να καθίσουν και να τις δουν –πιθανότατα με πιο βαριά καρδιά από άλλες φορές, αλλά με τη συνείδηση ότι αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή είναι μοναδικό, ακόμα και αν γίνεται κάθε χρόνο. Αν, τελικά, ο λαός αυτός έχει πάρει κάτι από τον Βουδισμό (και ταυτόχρονα, από το ανισόρροπο κομμάτι της φύσης πάνω στο οποίο έχει χτίσει τον πολιτισμό του), αυτό είναι η διαρκής υπενθύμιση της αξίας της στιγμής και, κατ’ επέκταση η απόρριψη του παρελθόντος μόλις αυτό πάψει να είναι παρόν και γίνει παρελθόν. Ειλικρινά τώρα, η φράση «οι κερασιές θα ανθίσουν και φέτος» δε θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια από εκείνες τις απαντήσεις που τα βιβλία λένε ότι δίνουν οι δάσκαλοι του Ζεν στους πεινασμένους για «φώτιση» και «Αλήθεια» μαθητές τους; Και αν ήταν μια τέτοια φράση, δε θα έλεγε ακριβώς όσα χρειάζεται;

Sunday, March 13, 2011

Εκ της Διευθύνσεως (ΧVI): Περί Ιαπωνίας


Επειδή όσοι διαβάζετε το μπλογκ ξέρετε για τις σχέσεις μου με την Ιαπωνία, φαντάζομαι ότι ίσως περάσ
ατε μια βόλτα για να διαβάσετε κάτι σχετικό. Αντί άλλου κειμένου, μεταφράζω ένα ποστ του Ρένφιλντ Κουρόντα, ενός ακόμα φίλου από το περιβάλλον του Μπραντ Ουόρνερ ο οποίος ζει στο Τόκιο. Ναι, από μια περίεργη σύμπτωση και το αμέσως προηγούμενο ποστ που είχα ανεβάσει ήταν αναδημοσίευση από τον Μπραντ ενός άρθρου που είχε βρει ο Ρεν στην εφημερίδα. Χωρίς άλλη καθυστέρηση λοιπόν, να τι λέει ένας άνθρωπος ο οποίος αυτή τη στιγμή μεγαλώνει δύο μικρά παιδιά στη χώρα από την οποία προέρχονται οι φρικτές εικόνες που βλέπουμε στην τηλεόραση.

reality check
13/3/2011 09:37:00
MM

Ναι, ακόμα είμαστε μια χαρά.
Για την ιστορία, το Τόκιο είναι πάνω από τριακόσια χιλιόμετρα μακριά από το Σεντάι. Ο σεισμός στο Τόκιο ήταν μεγάλος και άσχημος όμως χάρη σε μερικούς από τους πιο αυστηρούς οικοδομικούς κανονισμούς στον κόσμο, οτιδήποτε έχει χτιστεί στην πόλη τα τελευταία 20 χρόνια είναι απολύτως ασφαλές. Όμως αρκετά για μένα. Ας μιλήσουμε για ΣΑΣ και για το τι πρέπει να κάνετε ΕΣΕΙΣ. Δύο πολύ σημαντικά πράγματα:

1. Σταματήστε να χαραμίζετε πολύτιμους επικοινωνιακούς πόρους. Υπάρχει έλλειψη ρεύματος και η τηλεφωνική επικοινωνία ακόμα δεν είναι πολύ καλή. Ξέρω ότι αυτό ακούγεται πολύ σκληρό αλλά δεν είναι πιο σκληρό από έναν σεισμό 9R και ένα τσουνάμι ύψους 10 μέτρων.

Υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι των οποίων αγνοείται η τύχη. ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΑΥΤΟΙ χρειάζονται τη σύνδεση του κινητού περισσότερο από εσάς. Υπάρχουν κυριολεκτικά εκατομμύρια άνθρωποι με ελάχιστο ή καθόλου ρεύμα (οι οποίοι δεν έχουν ούτε νερό γιατί οι αντλίες δουλεύουν με ρεύμα, ούτε βενζίνη γιατί και αυτές οι αντλίες δουλεύουν με ρεύμα κ.λπ.) οπότε μην το χαραμίζετε. Αν θέλετε να βρείτε κάποιον, περάστε από το Google person finder

2. Αντί να στέλνετε τις «σκέψεις» σας ή τις «προσευχές» σας ή οτιδήποτε άλλο σας κάνει να νιώθετε καλά, στείλτε λεφτά. Όσο περισσότερα γίνεται, κατευθείαν στον Ερυθρό Σταυρό ή σε οποιονδήποτε άλλο τέτοιο οργανισμό που μετατρέπει άμεσα και αποτελεσματικά τα λεφτά σε σωτηρία ζωών. Και πάλι ακούγομαι σκληρός; Η οικογένειά μου κι εγώ είμαστε μια χαρά, όμως δεκάδες χιλιάδες δεν είναι. Συγνώμη αλλά οι σκέψεις σας δε βοηθούν. Στείλτε λεφτά. Τώρα. Όσο περισσότερα μπορείτε.

Και τέλος, σταματήστε να ανησυχείτε για την επερχόμενη πυρηνική καταστροφή. Δεν πρόκειται να γίνει. Ναι, είμαι υπέρ της πυρηνικής ενέργειας, όμως στην πραγματικότητα τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα και δε θα γίνουν τόσο άσχημα. Αν και μπορεί όντως να γεννήσει τον Γκοτζίλα, η τραγωδία του πυρηνικού αντιδραστήρα δεν πρόκειται να μολύνει όλη την Ιαπωνία. Διαβάστε αυτό και μετά
ξαναδιαβάστε το . Και στη συνέχεια, φιλτράρετε όλες τις παπαριές που ακούτε στα ΜΜΕ μέσα από έναν χοντρό φακό γεγονότων, πραγματικότητας και φυσικής.

Και αφού το κάνετε, πηγαίνετε να κάνετε μια χρηματική δωρεά. Εσείς έχετε άφθονα ενώ αρκετές χιλιάδες οικογένειες τώρα πια δεν έχουν παρά λάσπη και χαμένα όνειρα.

Το λινκ για το πρωτότυπο άρθρο είναι
το: http://networkedblogs.com/fmsII

Saturday, March 5, 2011

Ο Βουδισμός που πεθαίνει

[...]

Το παρακάτω είναι ένα κείμενο από τους Τάιμς της Νέας Υόρκης που μου έστειλε ο φίλος μου ο Ρεν Κουρόντα. Απολαύστε το:

14 Ιουλίου 2008
Ίσως ο Βουδισμός να πεθαίνει στην Ιαπωνία
Του Νοριμίτσου Ονίσι

Όγκα, Ιαπωνία –Οι Ιάπωνες είχαν πάντα μια χαλαρή προσέγγιση στη θρησκεία, μια προσέγγιση που θυμίζει λίγο τη συμπεριφορά μπροστά σε έναν μπουφέ: αποχαιρετούν τον παλιό χρόνο σε βουδιστικούς ναούς και λίγο αργότερα καλωσορίζουν τον καινούριο σε σιντοϊστικά τεμένη και παντρεύονται με την ίδια ευκολία ακολουθώντας τα τελετουργικά του Σίντο ή του Χριστιανισμού.

Αν πρόκειται για κηδείες, ωστόσο, είναι παραδοσιακά και σχεδόν μονολιθικά βουδιστές –σε σημείο μάλιστα που ο Βουδισμός στην Ιαπωνία συχνά να αποκαλείται «Βουδισμός των κηδειών» (funeral Buddhism) καθώς η συγκεκριμένη θρησκεία έχει σχεδόν το μονοπώλιο στις περίπλοκες (και προσοδοφόρες) τελετές που σχετίζονται με τις ταφές και τα μνημόσυνα. Η έκφραση αυτή όμως, περιγράφει και μια θρησκεία που, καθώς ασχολείται περισσότερο με τις ανάγκες των νεκρών παρά με αυτές των ζωντανών, χάνει σιγά-σιγά τη θέση της στην ιαπωνική κοινωνία.

«Αυτή είναι η εικόνα που προβάλει ο Βουδισμός των κηδειών» λέει ο Ριόκο Μόρι, ο επικεφαλής ιερέας του, ηλικίας 700 ετών, ναού Ζουΐκοτζι εδώ στη βόρεια Ιαπωνία. «Στο Ισλάμ ή στον Χριστιανισμό, κάνουν κηρύγματα για πνευματικά ζητήματα, όμως στην Ιαπωνία τώρα πια πολύ λίγοι βουδιστές ιερείς κάνουν κάτι τέτοιο». Ο κ. Μόρι, ο οποίος είναι 48 ετών και είναι ο 21ος επικεφαλής ιερέας του ναού, δεν είναι βέβαιος ότι ο ναός του θα καταφέρει να δει και τον 22ο. «Αν ο ιαπωνικός Βουδισμός δεν αναλάβει δράση τώρα, θα πεθάνει», λέει. «Δεν έχουμε περιθώριο να περιμένουμε –πρέπει να κάνουμε κάτι».

Σε όλη την Ιαπωνία, ο Βουδισμός αντιμετωπίζει μια σειρά από προβλήματα. Ορισμένα από αυτά είναι γνώριμα στις θρησκείες και άλλων ευημερουσών χωρών ενώ κάποια άλλα είναι μοναδικά εδώ. Η έλλειψη διαδόχων, για παράδειγμα, θέτει σε κίνδυνο τη συνέχεια κάποιων οικογενειακών ναών σε όλη τη χώρα, ενώ πρόβλημα υπάρχει και με την κατανομή του πληθυσμού: στις αστικές περιοχές, το ενδιαφέρον για τον Βουδισμό μειώνεται ενώ στην επαρχία που οι δεσμοί της θρησκείας με την κοινότητα είναι πιο ισχυροί, υπάρχει το ζήτημα της μείωσης του πληθυσμού καθώς οι γηραιότεροι πεθαίνουν και το ποσοστό των γεννήσεων παραμένει χαμηλό.

Ίσως το πιο σημαντικό πρόβλημα πάντως, είναι ότι ο Βουδισμός χάνει την επαφή του με τη βιομηχανία των κηδειών, καθώς όλο και περισσότεροι Ιάπωνες στρέφονται σε γραφεία τελετών ή επιλέγουν να μην κάνουν καθόλου κηδείες. Στην επόμενη γενιά αναμένεται ότι πολλοί επαρχιακοί ναοί θα κλείσουν, παίρνοντας μαζί τους αιώνες τοπικής ιστορίας και συμβάλλοντας στο δημογραφικό πρόβλημα που μαστίζει την επαρχιακή Ιαπωνία. Εδώ στην Όγκα της επαρχίας Ακίτα, στην ομώνυμη χερσόνησο που βλέπει προς τη Θάλασσα της Ιαπωνίας, οι βουδιστές ιερείς βρίσκονται αντιμέτωποι με τους αριθμούς που δείχνουν ξεκάθαρα την παρακμή της αλιείας και τη μείωση του πληθυσμού.

«Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο πληθυσμός είναι περίπου ο μισός από όσο ήταν στην καλύτερή του φάση και ότι όλες οι δουλειές έχουν επίσης πέσει στο μισό» λέει ο Γκίτζου Σακαμότο, 74 ετών, ο 91ος επικεφαλής ιερέας του παλιότερου ναού της Ακίτα, του Τσοράκουτζι (ο ναός ιδρύθηκε γύρω στο 860 μ.Χ.). «Με δεδομένη αυτή την πραγματικότητα, το να επιμένουμε ότι έχουμε μια θρησκεία και μια μακρά ιστορία –για την ακρίβεια, τη μακρύτερη στην Ακίτα- είναι σαν παραμύθι. Δεν έχει κανένα νόημα. Αυτός είναι και ο λόγος που πιστεύω ότι το μέρος αυτό δεν έχει καμία ελπίδα». Προκειμένου να επιβιώσει ο ναός του, ο οποίος βρίσκεται σε ένα ακρωτήριο πάνω από ένα ψαράδικο χωριό, ο κ. Σακαμότο έχει ρίξει το βάρος της δραστηριότητάς του σε ένα γηροκομείο και σε έναν καινούριο ναό σε ένα αναπτυσσόμενο προάστιο της πόλης Ακίτα Σίτυ. Ο ναός αυτός, ωστόσο, έχει προσελκύσει μόλις 60 νοικοκυριά στα δύο χρόνια λειτουργίας του, αριθμός πολύ μικρότερος από τα 300 που χρειάζεται προκειμένου να είναι οικονομικά βιώσιμος.

Για πολλούς αιώνες, οι συνηθισμένοι βουδιστικοί ναοί (οι οποίοι περνούσαν από τον πατέρα στον μεγαλύτερο γιο), εξυπηρετούσαν έναν συγκεκριμένο αριθμό ενοριτών-μελών και σχεδόν ποτέ δεν προσηλύτιζαν καινούριους πιστούς –τα 300 νοικοκυριά ήταν αρκετά για να έχει δουλειά ο επικεφαλής ιερέας του ναού και η σύζυγός του. Τα πράγματα όμως έχουν αλλάξει. Ο αριθμός των ναών μειώνεται (από 86.586 σε 85.994 για το έτος 2000, σύμφωνα με την ιαπωνική Υπηρεσία Πολιτισμού) και παράλληλα μειώνεται και ο αριθμός των ενοριτών-μελών ανά ναό.

«Χρειάζεται να βρούμε άλλες δουλειές –ο ναός δεν είναι αρκετός», λέει η 73χρονη Κιό Κον, σύζυγος του επικεφαλής ιερέα του Κογκάκουϊν, ενός ναού της περιοχής που έχει 170 νοικοκυριά στην ενορία του. Η Κιό Κον εργαζόταν σε έναν παιδικό σταθμό, ενώ ο σύζυγός της σε ένα γραφείο χωροταξικού σχεδιασμού. Όχι πολύ μακριά, στο Ντοσότζι, έναν ναό που πλέον έχει μόλις 85 νοικοκυριά (και αυτά αποτελούμενα βασικά από ηλικιωμένους), ο επικεφαλής ιερέας, ο 59χρονος Τζόκαν Τακαχάσι, αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα πολύ γνώριμο στις περισσότερες μικρές, οικογενειακές επιχειρήσεις της Ιαπωνίας: την εύρεση διαδόχου. Ο μεγαλύτερός του γιός έχει εκπαιδευτεί ως βουδιστής ιερέας, όμως ο κ. Τακαχάσι δεν είναι σίγουρος αν θα του ζητήσει να αναλάβει τον ναό. «Ο γιος μου μεγάλωσε χωρίς να ξέρει τίποτα άλλο από τον κόσμο πέρα απ’ αυτόν τον ναό και μου είπε ότι δεν αισθάνεται ελεύθερος», μας λέει εξηγώντας μας γιατί ο γιος του, ο οποίος είναι πλέον 28 ετών, εργάζεται σε μια εταιρεία σε μια γειτονική πόλη. «Μου ζήτησε να τον αφήσω ελεύθερο όσο καιρό θα συνεχίσω να εργάζομαι και ότι θα έρθει να αναλάβει τον ναό όταν θα φτάσει στα 35 του. Ωστόσο, αν σκεφτούμε το μέλλον, το να πιέσεις έναν νέο άνθρωπο να αναλάβει έναν τέτοιο ναό, ίσως είναι απάνθρωπο», λέει ο κ. Τακαχάσι καθώς μας ξεναγεί στην πιο σημαντική αίθουσα του ναού του: μια εσωτερική αίθουσα γεμάτη με ξύλινα ντουλάπια τα οποία, λέγεται, ότι φιλοξενούν τα πνεύματα των προγόνων των ενοριτών-μελών του.

Πρόσφατα, ένα πρωινό, ο κ. Μόρι (ο ιερέας του ηλικίας 700 ετών ναού), ξεκίνησε την μέρα του με μια επίσκεψη σε μια οικογένεια καλλιεργητών ρυζιού για το 33ο μνημόσυνο του παππού της οικογένειας· ο κ. Μόρι υποκλίθηκε μπροστά στο προσευχητάρι της οικογένειας και έψαλε σούτρες. Αργότερα επανέλαβε το τελετουργικό αυτό σε ένα άλλο νοικοκυριό, αυτή τη φορά για την έβδομη επέτειο του θανάτου του παππού της οικογένειας. Το θέμα είναι όμως ότι όλο και περισσότεροι Ιάπωνες, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα, παρακάμπτουν τις παραδόσεις αυτές –πολλοί δεν ανήκουν πια σε ναούς και όταν πεθαίνουν οι συγγενείς τους, στρέφονται στα γραφεία τελετών τα οποία, αν τους ζητηθεί, συνεργάζονται με βουδιστές ιερείς που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Σύμφωνα με μια έρευνα που έκανε το 2007 η Ιαπωνική Ένωση Καταναλωτών, το μέσο κόστος μιας κηδείας –χωρίς το κόστος του χώρου ταφής- ήταν 21.500 δολάρια, 5.100 από τα οποία κάλυπταν το κόστος της λειτουργίας που εκτελούσε ένας βουδιστής ιερέας.

Ως τα μέσα της δεκαετίας του 1980, σχεδόν όλοι οι Ιάπωνες έκαναν τις κηδείες στα σπίτια τους ή σε ναούς και ο τοπικός βουδιστής ιερέας έπαιζε σημαντικό ρόλο στις τελετές αυτές, όμως ειδικά στην τελευταία δεκαετία, παρουσιάστηκε μια μεγάλη μετακίνηση προς τα γραφεία τελετών. Σύμφωνα με την Ένωση Καταναλωτών, το 1999, το 62 τοις εκατό εξακολουθούσε να κάνει τις κηδείες στο σπίτι ή στους ναούς ενώ το 30 τοις εκατό επέλεγε τα γραφεία τελετών, όμως το 2007 τα ποσοστά είχαν αντιστραφεί: το 28 τοις εκατό επέλεγε το σπίτι ή τον ναό και το 61 τοις εκατό τα γραφεία τελετών.

Πέραν αυτών, ένα ολοένα και αυξανόμενο ποσοστό των Ιαπώνων, αποφασίζουν να αποτεφρώσουν τους δικούς τους χωρίς να κάνουν κανενός είδους κηδεία, όπως αναφέρει ο Νοριγιούκι Ουέντα, ανθρωπολόγος από το Ινστιτούτο Τεχνολογίας του Τόκιο και ειδικός σε θέματα Βουδισμού. «Εξαιτίας όλων αυτών, οι βουδιστές ιερείς και οι ναοί τους, θα πάψουν να εμπλέκονται με τις κηδείες», λέει ο κ. Ουέντα και συνεχίζει αναφέροντας ότι ο ιαπωνικός Βουδισμός έχει χάσει την πνευματική του πλευρά κυρίως επειδή την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όχι μόνο δεν αντιστάθηκε στο στρατοκρατικό καθεστώς της χώρας αλλά διαμόρφωσε και στενούς δεσμούς μαζί του. Με τους βουδιστές ιερείς να τιμούν τους νεκρούς στρατιώτες και να τους δίνουν ειδικά μεταθανάτια βουδιστικά ονόματα, κάθε συζήτηση περί φιλειρηνικότητας ακουγόταν κενή νοήματος.

Ο κ. Μόρι, ο ιερέας, αναφέρει ότι μετά τον πόλεμο υπήρξε μεγάλη ζήτηση για πολυτελείς κηδείες και για βαρύγδουπα βουδιστικά ονόματα. Τα ονόματα αυτά, τα καλύτερα από τα οποία παραδοσιακά δίνονταν σε ανθρώπους που είχαν ζήσει έντιμη ζωή, πλέον απλώς πωλούνται και αγοράζονται χωρίς να δίνει κανείς σημασία από το πώς είχε ζήσει τη ζωή του ο νεκρός. «Οι στρατιώτες που έδωσαν τη ζωή τους για τη χώρα πήραν ιδιαίτερα μεταθανάτια βουδιστικά ονόματα, οπότε όλοι άρχισαν να ζητούν κάτι τέτοιο και οι τιμές εκτοξεύτηκαν στα ύψη», λέει ο κ. Μόρι. «Όλοι γίνονταν πιο πλούσιοι και όλοι ήθελαν ένα τέτοιο όνομα, όμως αυτό το πράγμα χάλασε την εικόνα μας»· προσθέτει μάλιστα ότι η ψηλότερη τιμή που έφτασε ένα τέτοιο όνομα στην Ακίτα ήταν περί τα 3000 δολάρια, ποσό ελάχιστο σε σχέση με τις αντίστοιχες τιμές στο Τόκιο.

Γεγονός είναι ότι η κακή αυτή εικόνα ενισχύεται από τον τρόπο με τον οποίο γίνονται οι συναλλαγές γύρω από τις κηδείες και τα μνημόσυνα. Δεν υπάρχουν τιμοκατάλογοι και επαφίεται στην κρίση της κάθε οικογένειας να δώσει ό,τι καταλαβαίνει· και οι συγγενείς γενικά αισθάνονται μια σιωπηλή πίεση να είναι αρκετά γενναιόδωροι. Τα χρήματα δίνονται μέσα σε κλειστούς φακέλους και δε δίνονται αποδείξεις ενώ οι ναοί, έχοντας νομική υπόσταση θρησκευτικής οργάνωσης, δεν πληρώνουν φόρους.

Εξαιτίας –εν μέρει- αυτής της κατάστασης, ο Καζούμα Χαγιάσι, 41 έτους, ένας βουδιστής ιερέας χωρίς δικό του ναό, ίδρυσε πριν από τρία χρόνια την εταιρεία Obohsan.com (ομπόσαν/obohsan σημαίνει ιερέας) σε ένα προάστιο του Τόκιο. Η εταιρεία στέλνει freelancer βουδιστές ιερείς σε κηδείες και άλλες λειτουργίες παρακάμπτοντας εντελώς τα γραφεία τελετών και άλλους μεσάζοντες. Οι τιμές τους, οι οποίες είναι τουλάχιστον 30 τοις εκατό χαμηλότερες από τον μέσο όρο, αναφέρονται ξεκάθαρα στο σάιτ της εταιρείας, ενώ τα μέλη έχουν και μια επιπλέον έκπτωση 10 τοις εκατό. «Δίνουμε ακόμα και αποδείξεις», λέει ο κ. Χαγιάσι και υποστηρίζει ότι αντί να απομακρύνει ακόμα περισσότερο ον ιαπωνικό Βουδισμό από τις πνευματικές του ρίζες, προτίμησε να προσελκύσει πελάτες με τις τιμές του· το ακριβότερο μεταθανάτιο όνομα κοστίζει 1500 δολάρια, τιμή που είναι εξαιρετικά χαμηλή για τα δεδομένα της αγοράς.

«Ξέρω ότι ο Βουδισμός αρχικά δεν είχε σχέση μ’ όλα αυτά», λέει ο κ. Χαγιάσι σε σχέση με το θέμα των ονομάτων «όμως είναι κάτι που ζητούν οι πελάτες μας. Κάποιοι το θέλουν πάρα πολύ και αυτή τους την επιθυμία πρέπει κάπως να την καλύψουμε». Αφού ζητάει συγνώμη για την παρέκκλισή του από τα ιδεώδη του Βουδισμού, ο κ. Χαγιάσι κλείνει λέγοντας ότι προσφέρει στους πελάτες του ένα ιδιαίτερο όνομα μεν, αλλά τους προειδοποιεί πάντοτε ότι «Αυτό είναι κάτι διαφορετικό από το να πάει κανείς στα μαγαζιά και να ψωνίσει μια ακριβή τσάντα, π.χ. της Gucci».

Μπραντ Ουόρνερ – Δευτέρα 14 Ιουλίου 2008


Thursday, February 17, 2011

Πώς καταλαβαίνω ότι το έχω παρακάνει με το Ίντερνετ


Τον τελευταίο καιρό μου συμβαίνουν πολλά στον πραγματικό κόσμο. Πριν από κάνα-δυο βδομάδες, συνειδητοποίησα κάπως απότομα αλλά με πολλή βεβαιότητα ότι το Μπρούκλιν δεν είναι το κατάλληλό μέρος για να ζω. Υπάρχουν πολλοί λόγοι γι αυτό, όμως αυτή τη στιγμή δεν είμαι σε φάση να τους απαριθμήσω –αυτό που έχει σημασία είναι ότι μου ήρθαν όλοι μονομιάς στο κεφάλι και έγινε σαφές ότι το πιο σωστό πράγμα που είχα να κάνω, ήταν να μετακομίσω. Στην παρούσα στιγμή ήμουν απολύτως απροετοίμαστος να μετακομίσω καθώς είμαι έτοιμος να ξεκινήσω για μια περιοδεία έξι εβδομάδων στις Μεσοδυτικές πολιτείες και τη Φλόριντα (ναι, αυτά συμβαίνουν όταν προγραμματίζεις ο ίδιος της περιοδείες σου και τυγχάνεις κάπως ηλίθιος). Μόλις είχα μεταφέρει κάποια από τα πράγματά μου στο σπίτι μου στο Μπρούκλιν, με αποτέλεσμα να έχω πλέον πιο πολλά πράγματα από όσα χωράει το PT Cruiser μου και είχα σχεδιάσει μια σειρά από πράγματα με δεδομένο ότι θα βρισκόμουν στη Νέα Υόρκη. Όμως η κατάσταση απαιτούσε δράση και έπρεπε να κάνω αυτό που ήταν αναγκαίο. Και το έκανα.

Ο υπόλοιπος κόσμος δεν έδωσε καμία σημασία στην ανάγκη μου να ηρεμήσω κάπως και να αντιμετωπίσω όλα αυτά τα κέρατα. Έτσι, και ενώ έψαχνα σα μουρλός να βρω ένα μέρος να μείνω, παράλληλα έκανα πρόβες και ένα λάιβ με τους Zero Defex, έκανα γυρίσματα για ένα ντοκιμαντέρ με θέμα τη ζωή μου, έπαιξα σε μια ταινία που γυρίζει ένας φίλος (του είχα υποσχεθεί ότι θα έπαιζα), άλλαξα την περιοδεία μου ώστε να μπορέσω να ταξιδέψω από το Άκρον και όχι από τη Νέα Υόρκη, φρόντισα να εξασφαλίσω ότι θα φτάσω στα διάφορα μέρη της περιοδείας εγκαίρως και ότι θα έχω κάπου να μείνω, έγραψα ένα καινούριο βιβλίο, έγραψα κάτι άρθρα που μου είχαν ζητήσει (δωρεάν φυσικά –γκρρρρρρρρ) –καταλαβαίνετε την κατάσταση, ελπίζω. Εν ολίγοις, όπως έλεγε και ένας Κινέζος συνάδελφός μου στην Tsuburaya Productions, είχα «τη δουλειά της αρκούδας».

Και, βεβαίως, έτσι για να γίνει η ζωή μου πιο ενδιαφέρουσα, καθώς ταξίδευα για την πρώτη μου εμφάνιση, στο Λόρενς του Κάνσας, πρόσεξα ότι το ψυγείο μου έχανε σα μουρλό και ότι το εξαφανιζόταν παράλληλα και το υγρό του τιμονιού. Έμεινα κάνα-δυο ώρες σε μια πόλη της Ιντιάνα που λέγεται Πλείνφιλντ μέχρι να έρθει η οδική βοήθεια και όταν ήρθε, έπιασα την κουβέντα με τον οδηγό του γερανού προσπαθώντας να καταλήξω στο τι να κάνω μετά. Κατάλαβα ότι είχα μια ελπίδα να προλάβω να φτάσω στο Κέντρο Ζεν του Μισούρι στο Σεντ Λούις αρκεί να σταματούσα αρκετά συχνά και να συμπλήρωνα νερό στο ψυγείο –η λύση αυτή θα ήταν πιο οικονομική από το να περάσω το Σ/Κ σε κάποιο μοτέλ στο Πλέινφιλντ περιμένοντας να ανοίξουν τα συνεργεία το πρωί της Δευτέρας και στη συνέχεια να μείνω στο Πλέινφιλντ μέχρι ο μηχανικός να τελειώσει με τα’ αμάξι μου.

Τελικά έφτασα στο Σεντ Λούις αρκετά μετά τα μεσάνυχτα χωρίς να υπερθερμάνω τη μηχανή, αν και προς το τέλος το πρόλαβα στο τσακ. Την Κυριακή το πρωί, σηκώθηκα από τα χαράματα για να καθίσω με την ομάδα εκεί. Πολύ καλά παιδιά –έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μου κάνουν τη ζωή εύκολη και μάλιστα με πήγαν και στο τοπικό καλό δισκάδικο, το Vintage Vinyl Records και μου έφτιαξαν και ένα πολύ ωραίο κάρυ.

Με όλον αυτόν τον χαμό στον πραγματικό κόσμο, συνειδητοποίησα ότι βούλιαζα όλο και περισσότερο στον κυβερνοχώρο (*) Έτσι, πέρα από τις δεκάδες πραγματικές σχέσεις, τα προβλήματα και τις χαρές που έπρεπε να διαχειριστώ, διαχειριζόμουν παράλληλα και κάμποσα εικονικά πράγματα, κάποια σχετικά με το μπλογκ αυτό και κάποια όχι. Η διαφορά μεταξύ αυτών που μου συνέβαιναν στον πραγματικό κόσμο και των εικονικών, ήταν ότι σε ό,τι αφορά τα δεύτερα, είχα μια αίσθηση ότι έλεγχα την κατάσταση. Ενώ δεν είχα πολλές επιλογές (ενίοτε και καθόλου επιλογές) ως προς το πώς να αντιμετωπίσω αυτά που συνέβαιναν στην πραγματική μου ζωή, φαινόταν να έχω κάποια επιλογή ως προς τη συμμετοχή μου σε κάποια πράγματα του εικονικού κόσμου της online επικοινωνίας. Μ’ άλλα λόγια, αισθανόμουν ότι μπορούσα να βουλιάξω στον κόσμο αυτόν (δηλαδή σ’ αυτόν εδώ!) όποτε ήθελα και να φύγω όποτε μου άρεσε –μια κατάσταση αρκετά ανακουφιστική σε σχέση με τα υπόλοιπα πράγματα που δεν μπορούσα να ελέγξω τόσο εύκολα.

Έπιασα τον εαυτό μου να έλκεται από ορισμένες διαστάσεις της επικοινωνίας (ή της έλλειψης επικοινωνίας) του εικονικού κόσμου –και αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό από το πώς είμαι κανονικά. Δεν είναι η πρώτη φορά που παρατηρώ κάτι τέτοιο· στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα pattern το οποίο το έχω δει πολλές φορές από τότε που άρχισα να μπλέκομαι με όλη αυτή την ιστορία με το online. Μου πήρε λίγο καιρό μέχρι να το συνειδητοποιήσω και είναι κάπως αδιόρατο (ή εγώ είμαι κάπως αργός) με αποτέλεσμα συχνά να βρίσκομαι μπλεγμένος με το pattern αυτό πριν καταλάβω ότι συμβαίνει ξανά.

Όταν η μητέρα μου πέθαινε από την ασθένεια του Χάντιγκτον, ο πατέρας μου περνούσε πολύ χρόνο στον υπολογιστή του –έκανε ψιλοκουβέντες, έμπλεκε σε συζητήσεις, έπαιζε παιχνίδια και γενικώς ερχόταν σε επαφή με ένα σωρό ανθρώπους που δεν είχε δει ποτέ του από κοντά. Όποτε πήγαινα στο σπίτι τους, φρόντιζα να τον τραβήξω μακριά από τον υπολογιστή γιατί έβλεπα ότι έπεφτε κι εκείνος στο ίδιο pattern που έπεφτα κι εγώ: δραπέτευε από μια επώδυνη και ανεξέλεγκτη κατάσταση του πραγματικού κόσμου μέσα από έναν άλλο, εικονικό κόσμο που έμοιαζε πιο ελεγχόμενος.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατάλαβα για τα καλά ότι παραείχα μπει ξανά στον κυβερνοχώρο σήμερα το πρωί, την ώρα που κάναμε το πολύ πρωινό μας Ζαζέν εδώ, στο Κέντρο Ζεν του Μισούρι. Ο νους μου ξέφευγε συνέχεια –πράγμα λογικό αν σκεφτεί κανείς τα πραγματικά προβλήματα που έχω να αντιμετωπίσω- όμως αυτά που ξέρναγε ο εγκέφαλός μου δεν είχαν καμία σχέση με τον πραγματικό κόσμο. Δεν είχαν σχέση με το αμάξι μου και την επισκευή του, με το αν θα προλάβω να πάω στην ομιλία μου αύριο, με το διαμέρισμα που προσπαθώ να νοικιάσω στο Άκρον ή με τις διάφορες επαφές που πρέπει να κάνω προκειμένου να μπορέσω να τα κάνω όλα αυτά. Αντίθετα, όλα όσα μου έρχονταν στο μυαλό, είχαν σχέση με διάφορες επαφές μου στον εικονικό κόσμο –επαφές που, εντελώς μεταξύ μας, δεν είναι καθόλου μα καθόλου αναγκαίες.

Μερικές φορές, όταν κανείς δεν ξέρει τι να κάνει, μιλάει με τους φίλους του και ακούει την άποψή τους. Μερικές φορές οι φίλοι σου κάνουν λάθος. Όμως ακόμα και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, είναι χρήσιμο να τους ακούς. Το θέμα είναι ότι η επικοινωνία με τους ανθρώπους εξαρτάται κατά πολύ από τις καταστάσεις μέσα στις οποίες συμβαίνει αυτή η επικοινωνία. Οι άνθρωποι με τους οποίους έρχεσαι σε επαφή μόνο στον κυβερνοχώρο (ή κυρίως μέσα σ’ αυτόν) θέλουν να σε κρατήσουν εκεί –θέλουν από σένα να τους προσφέρεις μια φυγή από τον πραγματικό τους κόσμο, όπως κι εσύ θέλεις να σου προσφέρουν μια φυγή από τον δικό σου.

Έχω προσέξει ότι τα τελευταία χρόνια, πολύς κόσμος χρησιμοποιεί τη λέξη «μιλάω», αναφερόμενος σε online επικοινωνίες. Όταν οι άνθρωποι αυτοί λένε ότι μιλούν σε κάποιον, συνήθως εννοούν ότι του έστειλαν κάποιο e-mail, κάποιο γραπτό μήνυμα, ότι μπήκαν μαζί του σε κάποιο τσατ. Όμως αυτό δεν είναι το ίδιο με το να μιλάς –όταν μια συζήτηση γίνεται αποκλειστικά με λέξεις, υπάρχουν πολλά που χάνονται.

Οι άνθρωποι που γνωρίζονται μόνο από τον online κόσμο, έχουν την τάση να ενισχύουν μια σειρά από αξίες που έχουν προέλθει από τις online επικοινωνίες και από ανθρώπους που περνούν ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του χρόνου τους online. Μ’ άλλα λόγια, οι άνθρωποι αυτοί δεν πρόκειται ποτέ, μα ποτέ, μα ποτέ να σου πουν ότι ίσως ένα μέρος του προβλήματός σου είναι ότι περνάς πολύ χρόνο online –πιθανότατα δεν το αναγνωρίζουν καν σαν πρόβλημα. Επίσης, κάποιος που δε σε έχει δει ποτέ από κοντά (ή σε έχει δει πολύ λίγο), δε σε ξέρει πραγματικά, όσο επιδέξια και αν καταφέρνει να το παρουσιάσει έτσι όταν ανταλλάσεις μηνύματα μαζί του στο Ίντερνετ. Στη δική μου περίπτωση, υπάρχουν πολλοί που με διαβάζουν λίγο πιο προσεκτικά από όσο θα ‘πρεπε και που δημιουργούν έναν φανταστικό κόσμο στον οποίο είμαι πολύ στενός τους φίλος. Όμως εγώ δεν τους ξέρω τους ανθρώπους αυτούς.

Όταν βλέπω κάποιον να γίνεται πολύ πιο συναισθηματικός από όσο θα ‘πρεπε σχετικά με κάτι που συμβαίνει online, η πρώτη μου σκέψη είναι ότι θα πρέπει να συμβαίνει κάτι πολύ δυσάρεστο στην πραγματική ζωή του. Όταν βλέπω δύο ή περισσότερους ανθρώπους να μπλέκονται σε κάποια πολύ έντονη συζήτηση στο Δίκτυο, πιστεύω ότι χρησιμοποιούν το μέσο προκειμένου να αποδράσουν από μια επώδυνη πραγματικότητα καταφεύγοντας σε έναν φαινομενικά πιο ελεγχόμενο online κόσμο. Αν θες να ξεφύγεις από μια online διαφωνία, αρκεί να πατήσεις ένα κουμπί –όμως ο πραγματικός κόσμος δε λειτουργεί έτσι. Οι online διαφωνίες είναι μια μορφή «ψυχαγωγίας φυγής», για να χρησιμοποιήσω έναν νεολογισμό. Δηλαδή κάτι σαν ένα πιο ζουμερό βιντεοπαιχνίδι.

Οποτεδήποτε γράφω σ’ αυτό εδώ το μπλογκ κάτι σχετικά με το ότι κάποιοι άνθρωποι περνάνε πολύ μεγάλο μέρος του χρόνου τους στον κυβερνοχώρο, η σελίδα των σχολίων παίρνει φωτιά από μηνύματα ανθρώπων που υπερασπίζονται την επιθυμία τους να δραπετεύσουν στην εικονική πραγματικότητα. Επειδή οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους είναι πολύ έξυπνοι και τα καταφέρνουν πολύ καλά στο γράψιμο, καταφέρνουν να υποστηρίξουν την άποψή τους πολύ δημιουργικά –αν ενδιαφέρεστε να δείτε πώς το κάνουν, πηγαίνετε στη σελίδα των σχολίων και διαβάστε. Σχεδόν σας εγγυώμαι ότι θα βρείτε αρκετούς ανθρώπους που έχουν προσπαθήσει πολύ να επινοήσουν πολύ εύγλωττες και αξιόλογες άμυνες για το ότι περνάνε πολύ χρόνο στο online περιβάλλον. Αυτή την παράγραφο που διαβάζετε τώρα, την πρόσθεσα μόνο και μόνο για να προκαλέσω τους ανθρώπους αυτούς και είμαι σίγουρος ότι θα ανταποκριθούν στην πρόκληση με εντυπωσιακό τρόπο (αν έχετε την καλοσύνη, ωστόσο, μην παραφράσετε αυτά που λέω –έχω αρχίσει να τη βαριέμαι την τακτική αυτή).

Εγώ πάντως, θα απομακρυνθώ λιγάκι από τον online κόσμο –δε θα τον εγκαταλείψω, απλώς θα αποστασιοποιηθώ για λίγο. Θα συνεχίσω να ποστάρω το συνηθισμένο μου κομμάτι κάθε τρεις-τέσσερις μέρες, όμως για λίγο καιρό δε θα κοιτάζω καθόλου τη σελίδα με τα σχόλια, ούτε θα απαντάω σε ό,τι γράφεται εκεί. Αν έχετε κάτι που αισθάνεστε ότι πραγματικά πρέπει να μου πείτε, στείλτε μου e-mail στη διεύθυνση spoozilla@gmail.com Κάποια στιγμή, όταν τα πράγματα ηρεμήσουν κάπως, θα επιστρέψω. Είμαι σίγουρος ότι οι σπάμερ και τα τρολ θα ξεσαλώσουν, όμως θυμηθείτε: πιθανότατα αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στο σπίτι τους, οπότε κοιτάξτε να είστε καλά παιδιά.

Νομίζω ότι είναι πραγματικά σημαντικό να τα προσέχει κανείς πολύ αυτά τα ζητήματα. Θυμηθείτε ότι οι άνθρωποι έζησαν για πολλά χρόνια χωρίς καμία επαφή μέσω του Ίντερνετ. Δεν υπάρχει τίποτα πραγματικά επείγον σε κανένα τσατ, σε καμία σελίδα σχολίων κανενός μπλογκ, σε κανένα Facebook, σε κανένα Second Life, σε κανένα από αυτά τα μέρη (τα οποία δεν είναι καν μέρη) που πραγματικά να χρειάζεται την προσοχή σας. Πρόκειται απλώς για μια πιο επιτηδευμένη μορφή ψυχαγωγίας. Μπορεί να είναι διαδραστική, όμως δεν είναι πραγματική επαφή και τίποτα που λέγεται εκεί δεν έχει πραγματική σημασία. Μπορείτε να ζήσετε και χωρίς αυτά. Και αν κάποιος θέλει πραγματικά να επικοινωνήσει μαζί σας, θα βρει κάποιον άλλον τρόπο –δε χρειάζεται τη σελίδα σχολίων κάποιου μπλογκ ή κάποιο τσατ.

Υστερόγραφο
Το αμάξι είναι πλέον στο συνεργείο –ο λογαριασμός είναι 400 δολάρια και θα χρειαστεί τρεις ώρες για να φτιαχτεί. Οπότε, θα καταφέρω να φτάσω στο Λόρενς αύριο. Καθώς τόσο η συγκεκριμένη εμφάνιση, όσο και οι υπόλοιπες της περιοδείας αυτής είναι δωρεάν (υπάρχει μόνο η πιθανότητα κάποιας δωρεάς), ελπίζω ότι θα καταφέρω να τελειώσω την περιοδεία έχοντας βγάλει κάτι ελάχιστο, συνυπολογίζοντας και τον λογαριασμό του συνεργείου. Και μάλλον θα τα καταφέρω. Ή να αρχίσω κι εγώ να πουλάω εμπειρίες φώτισης για 50.000 δολάρια το κομμάτι;

Μπραντ Ουόρνερ – Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

ΥΓ
(*) Όσοι έχουν διαβάσει παλιότερα, Ιντερνετικά κείμενά μου, ξέρουν ότι έχω μια απέχθεια στη λέξη «κυβερνοχώρος»: δε μου αρέσει ούτε η αγγλική εκδοχή της (cyberspace), ούτε –πολύ περισσότερο- η ελληνική. Αφού όμως τη χρησιμοποιεί ο ίδιος ο Μπραντ, τη μεταφέρω ως έχει.

Monday, February 14, 2011

Ωχ!


Θεέ μου. Ακούω αυτή τη στιγμή έναν τύπο που εξηγεί τον «περιπατητικό διαλογισμό του Ζεν» –ο τύπος λέει στο ακροατήριό του ότι όταν κινείς το ένα σου πόδι μπροστά, αυτό το πόδι έρχεται σε κατάσταση πληρότητας ενώ το πίσω πόδι είναι σε κατάσταση κενότητας και όταν το πίσω πόδι έρχεται μπροστά περνάει από την κενότητα στην πληρότητα κ.ο.κ. Πού τις βρίσκουν και τις λένε αυτές τις παπαριές; Το Κινχίν (δηλαδή ο «περιπατητικός διαλογισμός του Ζεν») γίνεται για να αποκατασταθεί η κυκλοφορία στα πόδια σου μετά το κάθισμα, το Ζαζέν. Αυτό είναι όλο. Τα πόδια περνάνε από την κενότητα στην πληρότητα; Αν είναι δυνατόν!

Η εκκλησία που είναι εδώ δίπλα, έχει σήμερα μια μεγάλη γιορτή σχετικά με το θέμα των γάμων μεταξύ ομοφύλων. Στο περιθώριο αυτής της γιορτής, άκουσα κάποιον περαστικό να λέει ότι οι υπ’
αριθμόν ένα υποστηρικτές του γάμου μεταξύ ομοφύλων είναι οι βουδιστές και οι υπ’ αριθμόν δύο, οι καθολικοί. Και ο φίλος του που ήταν μαζί τον ρώτησε «Για τους βουδιστές το καταλαβαίνω. Αλλά οι καθολικοί, γιατί;»

Φαίνεται ότι όλος ο κόσμος εδώ πέρα πιστεύει ότι ο Βουδισμός είναι κάτι σαν ένας άνετος κοινωνικό-πολιτικός φιλελευθερισμός. Όμως ο Δαλάι Λάμα είναι πολύ πιο επικριτικός απέναντι στην ομοφυλοφιλία απ’ ό,τι ο Πάπας. Προσωπικά δεν ενδιαφέρομαι καθόλου για το ποιον παντρεύεται ή ποιόν πηδάει καθένας. Αν μου ζητήσουν να τελέσω έναν γάμο, θα το κάνω εξίσου εύκολα είτε αν πρόκειται για ομοφυλόφιλους, είτε για ετεροφυλόφιλους –και λέγοντας «εξίσου εύκολα» εννοώ ότι το κάνω πολύ σπάνια και μόνο αν ξέρω πολύ καλά τους ανθρώπους που θέλουν να παντρευτούν. Όμως η αντίληψη ότι όλοι οι βουδιστές οφείλουν, φυσικά, να υποστηρίζουν τους ομόφυλους γάμους είναι στενοκέφαλη και δείχνει σύγχυση εκ μέρους που την έχει· πρόκειται απλώς περί φαντασίωσης. Αυτόν τον Νοέμβριο, στις εκλογές, θα υπάρξουν βουδιστές που θα ψηφίσουν –ναι, κι όμως– τον Τζον Μακ Κέιν! Ναι, θα συμβεί –πάρτε το απόφαση. Είναι πραγματικά κρίμα που τόσες πολλές βουδιστικές οργανώσεις στην Αμερική περιθωριοποιούν (και, ενίοτε, αποκλείουν) ανθρώπους με συγκεκριμένες πολιτικές απόψεις. Αυτό το πράγμα είναι λάθος, είτε το κάνουν οι φιλελεύθεροι, είτε το κάνουν οι συντηρητικοί.

Τέσπα.

Για όλους εσάς που σας αρέσουν αυτά, η Σου Σλέιτερ, μια Νεοζηλανδέζα που ζει στην Ιαπωνία και που έρχεται στα ησυχαστήρια που κάνω στο Τοκέι-ιν στη Σιζουόκα, έβαλε στο YouTube κάτι βίντεο με τις ομιλίες μου –μπορείτε να τα βρείτε στη διεύθυνση http://www.youtube.com/user/sueslater Η σύνδεσή μου είναι εντελώς χάλια, οπότε δεν καταφέρνω να δω ούτε δευτερόλεπτο και, άρα, δεν ξέρω πόσο καλά είναι. Βλέπω όμως από τις φωτογραφίες ότι μοιάζω με φυτό και οι ίδιες οι ομιλίες είναι πιθανότατα για τον πούτσο. Αν, ωστόσο, θέλετε να με δείτε να μιλάω, πηγαίνετε εκεί και δείτε με.

Με απασχολεί σοβαρά τι πρέπει να γίνει με τις εβδομαδιαίες συναντήσεις για Ζαζέν που κάνω στη Σάντα Μόνικα. Απ’ ό,τι φαίνεται, πολύς κόσμος βραχυκυκλώθηκε από αυτό που είπα ότι για λίγο καιρό θα κόψω τις «νταρμικές ομιλίες». Παιδιά, δεν εννοούσα ότι δε θα μιλάω καθόλου ή ότι απλώς θα καθόμαστε και μετά θα την κάνουμε. Εννοούσα ότι έχω αρχίσει να αμφιβάλλω για την αποτελεσματικότητά μου ως ατραξιόν –ο κόσμος έρχεται περισσότερο για να δει εμένα και να ακούσει Λόγια Σοφίας (τα οποία δεν πρόκειται να ακούσει) και όχι για την άσκηση. Ένας από τους τύπους που έρχονται τακτικά, μου πρότεινε ν’ αρχίσω να το κάνω αυτό τρεις-τέσσερις φορές την εβδομάδα! Αν είναι δυνατόν! Δε γουστάρω με τίποτα να κάθομαι και να με κοιτάει ο κόσμος. Παραείναι σκληρή δουλειά –φανταστείτε ότι συνήθως τα Σάββατα, αφότου φύγουν όλοι, καταρρέω. Δε μου φαίνεται περίεργο που η Μπρίτνεϊ Σπιρς τρελάθηκε.

Τέλος πάντων. Αυτό που προσπαθώ να κάνω, είναι να συνεχίσω τη μη-μοναστική Ζεν παράδοση που πήρα από τους δασκάλους μου. Πρόσφατα παρατηρούσα τι έγινε με τα άτομα που χρειάστηκε να φύγουν εσπευσμένα από την Τασαχάρα εξαιτίας των πυρκαγιών: πολλοί δυσκολεύτηκαν αρκετά να βρουν τρόπους να συνεχίσουν την άσκησή τους στον «κόσμο της επιφάνειας» (ο όρος είναι δικός μου καθώς μερικές φορές στην Τασαχάρα έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε ένα Ζεν υποβρύχιο). Η μοναστική άσκηση είναι πολύ ωραίο πράγμα. Και εύχομαι να ζήσει χιλιάδες χρόνια! Δοκιμάστε τη! Ο Μπραντ λέει «η μοναστική άσκηση είναι καλή» –το πιάσατε; (Το πιστεύετε ότι υπάρχει κόσμος που επικαλείται αυτά που λέω; Από την άλλη, κι εγώ επικαλούμαι συχνά τον Κέρλι Χάουαρντ από το Τρίο Στούτζες).

Η μοναστική άσκηση, ωστόσο, είναι και εξαιρετικά εύθραυστη. Ο δρόμος που οδηγεί στην Τασαχάρα είναι ένας μονόδρομος 22 χιλιομέτρων και τα 22 αυτά χιλιόμετρα είναι χωματόδρομος, ανηφορικός και ανάμεσα σε πολύ απότομους γκρεμούς. Για να φτάσεις στο συγκεκριμένο δρόμο, χρειάζεται να ταξιδέψεις περίπου μια ώρα από την κοντινότερη πόλη, ενώ για να σου εγκρίνουν το να μείνεις εκεί, πρέπει να περάσεις τις πρώτες 5 μέρες κάνοντας συνεχώς Ζαζέν από τις 5 το πρωί ως τις 9 το βράδυ –σταματάς μόνο για να πας στην τουαλέτα και για να φας. Αυτό πράγμα λέγεται τάνγκαριο (tangaryo) και ούτε το έχω κάνει ποτέ, ούτε έχω και καμία διάθεση να το κάνω. Ο κόσμος που βρίσκεται στην Τασαχάρα θέλει πάρα, πάρα πολύ να βρίσκεται εκεί και είναι διατεθειμένος να ζει με πολύ αυστηρούς κανόνες, κανόνες που υπάρχουν για να μεγιστοποιούν την αποτελεσματικότητα της άσκησης. Φανταστείτε ότι για τους κανονισμούς του κέντρου, θεωρείται παράτυπο ακόμα και το να κοιτάζεις τον άλλον αν δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος.

Ο υπόλοιπος κόσμος δε λειτουργεί με τέτοιους κανόνες. Η άσκηση που έμαθα εγώ ήταν βασισμένη στο πώς να ζεις μια Ζεν ζωή ενώ παράλληλα έρχεσαι σε διαρκή επαφή με ανθρώπους που ούτε ασκούνται, ούτε και πρόκειται να ασκηθούν ποτέ. ΟΚ, το τάνγκαριο είναι ζόρικο όμως το να παρευρίσκεσαι καθημερινά σε επαγγελματικά μίτινγκ στα οποία είσαι ο μόνος που πραγματικά συνειδητοποιεί την ανοησία του όλο πράγματος και παρόλα αυτά, να καταφέρνεις να μιλάς με νόημα (και δη με νόημα σχετικό με το θέμα των μίτινγκ) είναι κι αυτό ζόρικη άσκηση Ζεν.

Επίσης, αυτού του είδους τα πράγματα δεν μπορείς ακριβώς να τα διδάξεις γιατί δεν υπάρχουν κανόνες και τεχνικές –στα μοναστήρια τα πάντα είναι σαφώς προσδιορισμένα και υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες που καθορίζουν όλες τις κοινωνικές συναναστροφές. Οι καταστάσεις που αντιμετωπίζουμε στη ζωή μας, αντίθετα, δεν είναι καθόλου έτσι και οι δάσκαλοί μου προσπάθησαν να μου διδάξουν αυτήν ακριβώς την απροσδιόριστη και ασαφή και άγρια άσκηση. Εγώ πάλι, δεν έχω ιδέα πώς να το διδάξω αυτό το πράγμα.

Στην περίπτωση των νταρμικών ομιλιών, ωστόσο, αισθάνθηκα ότι το να κάθομαι μπροστά σε ένα κοινό και να φλυαρώ για τις, και καλά, επιγνώσεις μου σχετικά με κάποιο κοάν, δε μου λέει. Έχει πλάκα να ξέρεις τα κοάν, όμως κυκλοφορούν ένα κάρο βιβλία (μερικά καλά και τα περισσότερα απαίσια) τα οποία μπορούν να σας πουν όλα όσα θέλετε να μάθετε γι αυτά. Αυτό που χρειάζεται εδώ και τώρα είναι κάτι διαφορετικό.

Μπραντ Ουόρνερ – Κυριακή 6 Ιουλίου 2008

ΥΓ
Η Τασαχάρα που αναφέρεται στο κείμενο (και σε άλλα παλιότερα κείμενα) είναι ένα μοναστικό κέντρο στην Καλιφόρνια το οποίο αποτελεί κομμάτι του Κέντρου Ζεν του Σαν Φρανσίσκο. Αρκετά γι αυτό μπορεί κανείς να βρει στη WikiPedia, στη διεύθυνση http://en.wikipedia.org/wiki/Tassajara_Zen_Mountain_Center καθώς και στο δικό του σάιτ, στη διεύθυνση http://sfzc.org/tassajara/ Επίσης, θα ήθελα να επισημάνω κάτι που διαφεύγει της προσοχής πολλών –ενίοτε και πολλών δημοσιογράφων: στην αμερικάνικη πραγματικότητα, το «liberal» (που είθισται να αποδίδεται «φιλελεύθερος») σημαίνει κάτι αρκετά διαφορετικό από αυτό που έχει επικρατήσει να σημαίνει στη νέα ελληνική γλώσσα. Ψάξτε το λιγάκι –έχει ενδιαφέρον. Τέλος, το λεξικό βουδιστικών όρων της WikiPedia, λέει ότι το «τάνγκαριο» γράφεται στα Ιαπωνικά «旦過寮». Όσο το έψαξα στο Google, γυρίζει πίσω κινέζικα αποτελέσματα –που σημαίνει ότι δεν έχω τρόπο να τα ελέγξω, ενώ στο Shambhala Dictionary of Buddhism and Zen, υπάρχει ως δευτερεύον λήμμα (μέσα από το λήμμα «tanga») και σημαίνει τους ξενώνες που έχουν οι ναοί για να διανυκτερεύουν οι περιπλανώμενοι ιερείς ή οι προσκυνητές. Τα ιδεογράμματα, πάντως, σημαίνουν «χώρος για να περάσεις τη νύχτα», οπότε μάλλον το λεξικό έχει δίκιο...

Καλημέρα, καλημέρα!


Είμαι πάλι στο Κέντρο Ζεν του Σαν Φρανσίσκο –τελικά αυτό το μέρος έχει γίνει κάτι σαν δεύτερο σπίτι μου. Ή, κατά μια άλλη εκδοχή, έχω γίνει σαν εκείνους τους ανεπιθύμητους επισκέπτες που έρχονται και ξανάρχονται και δε λένε να σηκωθούν να φύγουν. Όπως και να ‘χει πάντως, είμαι πάλι εδώ.

Από την Τετάρτη, θα ξεκινήσω ένα πενταήμερο σέσιν στο Κέντρο Ζεν του Μπέρκλεϋ. Είμαι σίγουρος ότι θα είναι βαρετό και ακόμα δεν έχω καταλάβει πώς με έψησαν να πάω –φταίει ο φίλος μου ο Γκρεγκ. Το σέσιν αυτό θα είναι το δεύτερο από τα τέσσερα τέτοια ησυχαστήρια που έχω κανονίσει να κάνω αυτή τη χρονιά. Και τα σιχαίνομαι αφάνταστα. Ειδικά σ’ αυτό εδώ, δε θα είμαι καν επικεφαλής· απλώς άλλος ένας φουκαράς που θα κάθεται στα μαξιλάρια.

Δεν είμαι σίγουρος ότι είναι σωστό που λέω ότι σιχαίνομαι αυτά τα πολυήμερα ησυχαστήρια. Θέλω να πω, βεβαίως τα σιχαίνομαι, όμως από μια πλευρά τα απολαμβάνω κιόλας. Όταν πήγαινα να κάνω το πρώτο μου, είχα την αίσθηση ότι ξεκινάω για μια μεγάλη περιπέτεια, όμως μετά τα πρώτα δέκα-δώδεκα, άρχισα να αισθάνομαι ότι είναι αγγαρεία, ειδικά από όταν απέκτησα την υποχρέωση να τα οργανώνω εγώ. Τώρα πια, δεν είμαι σίγουρος πώς τα βλέπω. Γι αυτό εδώ, για παράδειγμα, δεν έχω καμία αίσθηση –ούτε ανυπομονησία, ούτε δυσαρέσκεια. Είναι απλώς ένα πράγμα που κάνω. Περιμένω ακόμα την εταιρεία για την οποία δουλεύω (δουλεύω όντως;) να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά, κάτι που υποτίθεται ότι θα γίνει μέσα στον Ιούλιο, οπότε δεν έχω να κάνω και τίποτα καλύτερο, οπότε γιατί όχι λίγο παραπάνω Ζαζέν;

Συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όσους ενδιαφέρονται σοβαρά για την άσκηση του Ζεν να κάνουν τουλάχιστον ένα πολυήμερο σέσιν τον χρόνο. Νομίζω ότι ένα διήμερο ή τριήμερο αρκεί μια χαρά. Αυτά που κάνω εγώ κάθε χρόνο στη Σιζουόκα, στην Ιαπωνία, έχουν φτάσει τις τέσσερις ημέρες –δεν είναι άσχημα αλλά θα προτιμούσα να ξαναγίνουν τριήμερα.

Όταν συμμετέχεις σε ένα πολυήμερο σέσιν, ανακαλύπτεις στην άσκηση ένα βάθος που δεν το ανακαλύπτεις σε άλλη περίπτωση. Και είναι σημαντικό να το εξερευνάς το βάθος αυτό, όπως σημαντικό είναι και να επιστρέφεις στην καθημερινότητά σου. Μερικές φορές, ο κόσμος θεωρεί –εσφαλμένα– ότι τα βαθιά κόλπα είναι πιο σημαντικά από τα καθημερινά, όμως αυτό είναι εντελώς λάθος. Τέλος πάντων, καλό είναι να δοκιμάσετε ένα πολυήμερο σέσιν αν μπορείτε.

Πριν το σέσιν, θα μιλήσω ξανά στο Σαν Κουέντιν –για την ακρίβεια, θα μιλήσω σήμερα το απόγευμα. Αν μπορέσω, θα ποστάρω αύριο κάτι σχετικό. Εκτός αν γίνει καμιά ταραχή στη φυλακή και με πιάσουν όμηρο.

Τα λέμε (;)

Μπραντ Ουόρνερ – Κυριακή 15 Ιουνίου 2008

ΥΓ
Το Σαν Κουέντιν είναι μια γνωστή φυλακή στην Καλιφόρνια –ίσως πιο γνωστή από τη συναυλία που έδωσε εκεί ο Τζόνι Κας το 1969 και από το σχετικό άλμπουμ που κυκλοφόρησε.

Saturday, February 12, 2011

That's Zentertainment


Σκεφτόμουν για τη σχέση αγάπης-μίσους που έχω μ’ αυτό το μπλογκ, τη σελίδα των σχολίων, το γράψιμό και το Ζεν γενικότερα. Όπως έχουν σπεύσει να επισημάνουν πολλοί καλοί άνθρωποι, η ποιότητα του γραψίματός μου εδώ δεν είναι τόσο ψηλή όσο είναι η ποιότητα του γραψίματός μου στα βιβλία μου ή στα άρθρα που γράφω για τα Suicide Girls. Στις επισημάνσεις αυτές δεν μπορώ παρά να απαντήσω «Σοβαρά; Βουλωμένο γράμμα διαβάζεις» ή ακόμα και «Τι λε ρε πούστη!»

Όλο το νόημα του να γράφεις σε ένα μπλογκ είναι ότι μπορείς σ’ αυτό να γράφεις άμεσα, αλογόκριτα και, εν πολλοίς, χωρίς επιπλέον επιμέλεια. Επίσης, για ό,τι γράφω εδώ δεν πληρώνομαι, πράγμα που σημαίνει ότι έχω έναν λόγο λιγότερο να το κουράζω για ώρες και μέρες και βδομάδες και μήνες όπως κάνω με τα βιβλία μου ή με τα κομμάτια που γράφω για τα Suicide Girls ή γενικότερα για κάποιον που με πληρώνει. Συχνά αυτά που γράφω εδώ, λειτουργούν ως προθέρμανση για να γράψω «καλύτερα» αργότερα. Έχει πλάκα ότι από αυτή την άποψη, το γράψιμο μοιάζει με τη γυμναστική.

Πάρτε για παράδειγμα τα σχόλια του μπλογκ αυτού. Για όνομα! Στην αρχή την είχα ακούσει πολύ μ’ αυτό το πράμα επειδή πίστευα ότι θα είχα άμεσο feedback στα γραπτά μου. Όμως όταν άρχισα να διαβάζω τα σχόλια που μου έγραφαν με έπιασε κατάθλιψη καθώς, ακόμα και πολλοί ευγενικοί άνθρωποι, μάλλον δεν έπιαναν πραγματικά αυτό που προσπαθούσα να πω. Και, βεβαίως υπήρχαν και τα τρολ –και λέγοντας «τρολ» δεν εννοώ απλώς αυτούς που αμφισβητούν αυτά που λέω. Μ’ αυτό όχι μόνο δεν έχω πρόβλημα αλλά μ’ αρέσει κιόλας. Εννοώ τους ανθρώπους που προσπαθούν επί τούτου να γίνουν κακοί και σκληροί· αν κάνετε κλικ στη σελίδα με τα σχόλια, θα καταλάβετε αμέσως για ποια σχόλια μιλάω και για ποια όχι. Όμως όποτε και αν κοιτάξετε, θα βρείτε κάποιο τρολ που κάνει ότι δεν το καταλαβαίνει.

Δε βαριέσαι.

Από όλη αυτή την ιστορία συνειδητοποίησα πόσο σπάνιο πράγμα είναι η πραγματική επικοινωνία –ίσως ένα από τα σπανιότερα πράγματα στον κόσμο. Μιλάμε και μιλάμε και μιλάμε διαρκώς ο ένας στον άλλον και γράφουμε ολόκληρα βουνά από λέξεις· εχτές πήγα με τον Μπεν σε ένα εβραϊκό βιβλιοπωλείο στο Φέρφαξ και είχα μείνει έκθαμβος μπροστά στα εκατοντάδες βιβλία που είδα και τα οποία αγνοούσα εντελώς. Κι όμως, ήταν εκεί μπροστά μου, όλες αυτές οι λέξεις που προσπαθούσαν απεγνωσμένα να αποκτήσουν νόημα για κάποιον –το ίδιο συμβαίνει και με τα αμέτρητα βουδιστικά βιβλία που υπάρχουν στο βιβλιοπωλείο Bodhi Tree στη λεωφόρο Μέλροουζ, όμως καταφέρνουν τόσο σπάνια να περάσουν το μήνυμά τους που στις ελάχιστες φορές που το καταφέρνουν (τυχαία), έχεις την εντύπωση ότι πρόκειται για θαύμα.

Γι αυτό έχω αρχίσει να βαριέμαι με το Zentertainment που προσφέρω –λέγοντας Zentertainment, εννοώ την ψυχαγωγία δια του Ζεν, δηλαδή το να στέκεσαι μπροστά σε ένα μάτσο ανθρώπους, να βγάζεις διάφορους Ζεν ήχους κι αυτοί να σε κοιτάνε και να λένε «Ααααα!» και «Ωωωωω!» Τις προάλλες έλεγα για τις νταρμικές ομιλίες (Dharma talks) και μετά κόλλησα και σκεφτόμουν από πού έχει προέλθει αυτή η έκφραση. Είμαι σίγουρος ότι δεν την άκουσα από κανέναν από τους δασκάλους μου και δεν νομίζω ότι άκουσα ποτέ είτε τον Τιμ, είτε τον Νισιτζίμα να κάνει κάποια τέτοια ομιλία. Κι όμως, εγώ κατάφερα να μπουρδουκλωθώ και να αλλοτριωθώ από τους επαγγελματίες Ζενάδες και τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να κάνω τέτοιες ομιλίες.

Το θέμα είναι ότι όταν μπαίνω σε τέτοιο mode, δεν έχω καμία αίσθηση ότι επικοινωνώ –μπορεί να ικανοποιούνται οι αφελείς, όμως εμένα δε μου λέει τίποτα. Και, σοβαρά τώρα, δεν νομίζω ότι αυτές οι ομιλίες προσφέρουν τίποτα ούτε στο ακροατήριο, πέρα από φαντασιώσεις και αν πρόκειται να προσφέρω στον κόσμο φαντασιώσεις, προτιμώ να είναι σχετικές με τέρατα και ιπτάμενους δίσκους παρά με Φωτισμένα Όντα και τον Μεγάλο Ντάρμα.

Δεν εννοώ ότι θα σταματήσω τις προσπάθειές μου για επικοινωνία· όπως είπε και ο Καταγκίρι Ρόσι, «Πρέπει να πεις κάτι», οπότε θα συνεχίσω να μιλάω. Όμως θα πρέπει να μιλάω πιο αληθινά από ό,τι μιλάω τον τελευταίο καιρό.

Τέλος πάντων, τα παραπάνω είναι απλώς μερικές χύμα μαλακίες που σας πετάω πριν την κάνω –πρέπει να βρω κάτι για να κρατήσω τον ανιψιό μου απασχολημένο πριν αρχίσει να τρελαίνεται από τη βαρεμάρα.

Τα λέμε!

Μπραντ Ουόρνερ – Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008

ΥΓ
Για τον δάσκαλο του Ζεν Ντάινιν Καταγκίρι (Dainin Katagiri), μπορείτε να βρείτε περισσότερες πληροφορίες στη WikiPedia (http://en.wikipedia.org/wiki/Dainin_Katagiri).